
«Όπως δεν θα κόβατε στα δύο την Ταπισερί της Μπαγιέ, έτσι δεν μπορείτε να κρατάτε διαμελισμένα τα Γλυπτά του Παρθενώνα» — Το άρθρο του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Guardian
Newsroom
Με έναν άμεσο, ιδιαίτερα εύστοχο και βαθιά ανθρώπινο παραλληλισμό επέλεξε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να τοποθετηθεί εκ νέου δημόσια απέναντι στη βρετανική κοινή γνώμη για τη διαχρονική διεκδίκηση της Ελλάδας. Μέσα από ένα αναλυτικό άρθρο γνώμης στην εφημερίδα The Guardian, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στην καρδιά της βρετανικής κοινωνίας, αποδομώντας κάθε επιχείρημα που προκρίνει προσωρινά ημίμετρα ή φόρμουλες «δανεισμού» για τα διαμελισμένα ανάγλυφα του κορυφαίου μνημείου της κλασικής αρχαιότητας.
Αφορμή για τη νέα αυτή παρέμβαση στάθηκε ένα σπάνιο πολιτιστικό γεγονός: η προσωρινή επιστροφή της φημισμένης Ταπισερί της Μπαγιέ στο Ηνωμένο Βασίλειο για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν μία χιλιετία. Το ιστορικό αυτό κέντημα, ένα αριστούργημα μήκους σχεδόν 70 μέτρων που αφηγείται τα γεγονότα της νορμανδικής κατάκτησης και φτάνει έως τη Μάχη του Χέιστινγκς, περιγράφεται συχνά ως ένα από τα θαύματα του μεσαιωνικού κόσμου. Υπενθυμίζει ότι, ακόμη και σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου κυριαρχούν οι οθόνες και η ψηφιακή ταχύτητα, τα αυθεντικά ιστορικά τεκμήρια διατηρούν τη μοναδική δύναμη να μαγνητίζουν το συλλογικό φαντασιακό.
Εκκινώντας από αυτή την εικόνα, ο πρωθυπουργός εντοπίζει τις δομικές ομοιότητες που συνδέουν τα δύο έργα. Τόσο η Ταπισερί της Μπαγιέ όσο και τα Γλυπτά του Παρθενώνα συνελήφθησαν εξαρχής ως αδιαίρετα σύνολα. Δημιουργήθηκαν για να διαβάζονται, να βιώνονται και να κατανοούνται ως ενιαίες αφηγήσεις και όχι ως αποσπασματικά θραύσματα.
Στην περίπτωση της Ακρόπολης, μάλιστα, αυτή η σχέση ήταν αναπόδραστα και αρχιτεκτονική: τα γλυπτά δεν αποτέλεσαν ποτέ διακοσμητικά πρόσθετα, αλλά σμιλεύτηκαν ως αναπόσπαστα δομικά στοιχεία του ίδιου του ναού. Αποτύπωσαν στο πεντελικό μάρμαρο τη θρησκευτική, πολιτική και κοινωνική ταυτότητα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ., καταγράφοντας τη ζωή της πόλης στην οποία γεννήθηκε η δημοκρατία.
Πάνω σε αυτό το δεδομένο, ο κ. Μητσοτάκης διατυπώνει με τρόπο αφοπλιστικό το κεντρικό του ερώτημα:
«Ουδείς θα διανοούνταν σοβαρά να κόψει στα δύο το σωζόμενο μέρος της Ταπισερί και να εκθέσει το ήμισυ στο Λονδίνο και το άλλο μισό στην Μπαγιέ, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι ένας κατάλληλος τρόπος για να το κατανοήσει κανείς. Ωστόσο, αυτό ακριβώς συνέβη με τα Γλυπτά του Παρθενώνα».Ένα ολοκληρωμένο αριστούργημα της παγκόσμιας τέχνης αποσπάστηκε βίαια από τον Λόρδο Έλγιν πριν από δύο αιώνες και έκτοτε παραμένει χωρισμένο στα δύο, με τα σωζόμενα μέρη του να βρίσκονται κυρίως μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας.
Καθαρό «όχι» στον δανεισμό: Μια ριζικά διαφορετική περίπτωση
Στο κείμενό του, ο πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει τη θέση της Αθήνας απέναντι σε όσους επιχειρούν να εμφανίσουν τον δανεισμό της Ταπισερί ως «οδηγό» για το ζήτημα του Παρθενώνα. Εκφράζει ανοιχτά την έκπληξή του για τις σχετικές προτάσεις που διατυπώθηκαν από πλευράς της διοίκησης του Βρετανικού Μουσείου, εξηγώντας τη θεμελιώδη διαφορά:
-
* Η Ταπισερί της Μπαγιέ: Αποτελεί ένα ακέραιο έργο το οποίο η Γαλλία δάνεισε ως ενιαίο σύνολο και ως τέτοιο θα το παραλάβει πίσω.
-
* Τα Γλυπτά του Παρθενώνα: Πρόκειται για βιαίως αποσπασμένα τμήματα ενός ακρωτηριασμένου μνημείου. Στόχος της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι η προσωρινή μετακίνηση, αλλά η οριστική και μόνιμη επανένωσή τους στον τόπο όπου δημιουργήθηκαν.
Όπως υπογραμμίζει με κατηγορηματικό τρόπο, η ελληνική πολιτεία δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσει σε καμία διευθέτηση που θα προϋπέθετε την αναγνώριση κυριότητας του Βρετανικού Μουσείου επάνω στα αρχιτεκτονικά αυτά μέλη. Εξίσου απορριπτέο χαρακτηρίζει οποιοδήποτε σενάριο θα εμφάνιζε τη χώρα να «δανείζεται» κομμάτια της δικής της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Παράλληλα, διαλύει τον φόβο περί «ντόμινο» διεκδικήσεων, τονίζοντας πως το ελληνικό αίτημα δεν επιδιώκει να «αδειάσουν τα μουσεία του κόσμου». Ο Παρθενώνας αποτελεί μια μοναδική, αυταπόδεικτη εξαίρεση. Το ζήτημα υπερβαίνει τη νομική ιδιοκτησία και αγγίζει την ηθική και αισθητική υποχρέωση αποκατάστασης της οργανικής ακεραιότητας ενός συμβόλου, το οποίο σήμερα μπορεί να προβληθεί ενιαία στο Μουσείο της Ακρόπολης, σε άμεση οπτική σύνδεση με τον ίδιο τον Ιερό Βράχο.
Στρέφοντας το βλέμμα στους πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισημαίνει ότι η βρετανική κοινή γνώμη έχει ήδη κάνει τη δική της υπέρβαση. Όπως αναφέρει, οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν πως η πλειονότητα των Βρετανών τάσσεται υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα, ενώ ένα εντυπωσιακό 72% συμφωνεί ότι τα έργα γίνονται κατανοητά μόνο ως αναπόσπαστα τμήματα του ναού.
Στο ίδιο πνεύμα υπενθυμίζει και τις φωνές σημαντικών Βρετανών αξιωματούχων, όπως του δημάρχου του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ, ο οποίος ζήτησε δημόσια την επιστροφή των Γλυπτών «χωρίς όρους», τονίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα λειτουργούσε θετικά για τη διεθνή εικόνα της Βρετανίας. «Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός.
Η ελληνική πρόταση δεν αντιμετωπίζει τη διευθέτηση αυτή ως μια πράξη ήττας για τη βρετανική πλευρά, αλλά ως αφετηρία για μια βαθύτερη, ισότιμη πολιτιστική συμμαχία:
-
Κοινές εκθέσεις: Δυνατότητα περιοδικής φιλοξενίας σπάνιων ελληνικών αρχαιοτήτων στο Λονδίνο.
-
Επιστημονική έρευνα: Ενίσχυση των ακαδημαϊκών συνεργασιών και της τεχνογνωσίας στη συντήρηση έργων τέχνης.
-
Θεσμικός διάλογος: Ευθυγράμμιση με τις επανειλημμένες εκκλήσεις της UNESCO για καλόπιστο διακυβερνητικό διάλογο ανάμεσα στα δύο κράτη.
Ολοκληρώνοντας το άρθρο του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνδέει το διακύβευμα με τις σύγχρονες διεθνείς προκλήσεις. Σε μια περίοδο όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί δοκιμάζονται παγκοσμίως, η επανένωση ενός μνημείου ταυτόσημου με τη γέννηση της ίδιας της δημοκρατίας αποκτά χαρακτήρα οικουμενικού μηνύματος:
«Η Ελλάδα παραμένει έτοιμη. Αυτό που απαιτείται πλέον είναι η πολιτική βούληση και το σθένος για το αποφασιστικό βήμα: την επανένωση των Γλυπτών και τη μετατροπή μιας διαφωνίας με μακρά διαδρομή σε μια μοναδική πράξη πολιτιστικής φιλίας».








