
Μακριά από τα έντονα φώτα της δημοσιότητας, τους έντονους ρυθμούς της αθηναϊκής νύχτας και την πίεση των προβολέων, ένα ολόκληρο χωριό της Κρήτης αποχαιρέτησε τον δικό του άνθρωπο. Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, οι Πεύκοι Λασιθίου πλημμύρισαν από συγκίνηση, καθώς τελέστηκε μνημόσυνο για τον Γιώργο Μαζωνάκη — όχι ως τον διάσημο σταρ της μουσικής σκηνής, αλλά ως τον απλό, προσιτό «Γιώργη» που είχαν γνωρίσει και αγαπήσει οι κάτοικοι του τόπου.
Newsroom
Στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης συγκεντρώθηκαν 400 με 500 άνθρωποι, σε μια τελετή που διοργανώθηκε από τον τοπικό Πολιτιστικό Σύλλογο και τον Φάνη Εικοσιπεντάκη, στενό φίλο του τραγουδιστή από το 1995. Η μαζική προσέλευση αποτύπωσε το βαθύ δέσιμο που είχε αναπτύξει ο καλλιτέχνης με την τοπική κοινωνία στα σχεδόν τριάντα χρόνια της παρουσίας του εκεί.
Το προσωπικό ησυχαστήριο και η καθημερινότητα στο χωριό
Για τον Γιώργο Μαζωνάκη, οι Πεύκοι δεν αποτελούσαν απλώς έναν περιστασιακό ταξιδιωτικό προορισμό. Ήταν το προσωπικό του καταφύγιο, ο δικός του «θεραπότοπος», όπου κατέφευγε κάθε φορά που είχε ανάγκη να αποφορτιστεί από την ένταση της πρωτεύουσας.
Στο χωριό είχε αποκτήσει και ανακαινίσει με φροντίδα μια παλιά παραδοσιακή φάμπρικα —ένα ιστορικό ελαιοτριβείο— μετατρέποντάς τη σε ένα λιτό σπίτι και ερημητήριο. Το οίκημα βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην ταβέρνα «Πιπεριά» του Φάνη Εικοσιπεντάκη. Εκεί, ο τραγουδιστής είχε εκφράσει ανοιχτά το όνειρό του: να αποσυρθεί και να περάσει τα γεράματά του αγναντεύοντας το Λιβυκό Πέλαγος.
«Για εμάς ήταν ο Γιώργης, ένας από εμάς. Όταν ερχόταν ήμασταν συνέχεια μαζί. Πίναμε ρακές, κάναμε πλάκες, κάναμε παρέα με τα γεροντάκια του χωριού», θυμάται ο κ. Εικοσιπεντάκης. Οι αναμνήσεις των συγχωριανών του συνδέονται με απλές, καθημερινές συνήθειες: ατελείωτες πεζοπορίες χιλιομέτρων στα μονοπάτια της περιοχής με την αγαπημένη του σκυλίτσα, την Αρίθα, και συζητήσεις στα καφενεία χωρίς ίχνος αποστασιοποίησης.
Πέρα από την ανέμελη πλευρά της συντροφιάς, οι άνθρωποι των Πεύκων γνώριζαν καλά και την εσωτερική, πνευματική του αναζήτηση. Ο τραγουδιστής ήταν βαθιά θρησκευόμενος. Συνήθιζε να ανηφορίζει μόνος του στο μοναστήρι στο βουνό και στην εκκλησία του Εσταυρωμένου για προσευχή.
Ιδιαίτερα έντονη παραμένει η ανάμνηση από τις ημέρες του Πάσχα: κάθε Μεγάλη Παρασκευή συμμετείχε με ευλάβεια στην ολονυχτία του ναού μέχρι τις 5 το πρωί. Το όραμα που διατηρούσε για τα χρόνια της ωριμότητάς του ήταν απόλυτα ταυτισμένο με αυτό το περιβάλλον — να ζει ήσυχα, να πηγαίνει στην εκκλησία, να ψέλνει και να απολαμβάνει την ηρεμία του τοπίου.
Το τελευταίο τηλεφώνημα και η πικρία
Η τελευταία επικοινωνία ανάμεσα στον τραγουδιστή και τον στενό του φίλο πραγματοποιήθηκε περίπου έναν μήνα πριν από τον θάνατό του. Σε εκείνη τη συνομιλία, ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν είχε κρύψει τη βαριά ψυχολογική πίεση υπό την οποία βρισκόταν.
«Μου είπε “άντε να τελειώσω με τη συναυλία και να κατέβω 20 μέρες στο χωριό, να ξεκουραστώ, για να συνεχίσω τον χειμώνα”», εξομολογείται ο Φάνης Εικοσιπεντάκης. Η προγραμματισμένη συναυλία δεν έγινε ποτέ, και η πολυπόθητη επιστροφή στην Κρήτη έμεινε ανεκπλήρωτη.
Ο φίλος του δεν κρύβει την οδύνη αλλά και την οργή του για την κατάληξη: «Θα μπορούσε να έχει σωθεί, αλλά τα κοράκια της Αθήνας δεν αφήνουν τίποτα», σχολιάζει με πικρία για τις συνθήκες και τους ανθρώπους που περιέβαλλαν τον καλλιτέχνη στις τελευταίες του στιγμές.

Μια άδεια καρέκλα και ένα τελευταίο κέρασμα
Μετά το πέρας της λειτουργίας στον ναό, τελέστηκε τρισάγιο έξω από το αναπαλαιωμένο του σπίτι. Εκεί, μια ντόπια καλλιτέχνιδα δημιούργησε ένα σημείο μνήμης: τοποθέτησε γλάστρες με λουλούδια στην είσοδο και έφερε μια καρέκλα από την «Πιπεριά», πάνω στην οποία ακούμπησε μια φωτογραφία του τραγουδιστή. Πάνω της και στον τοίχο της φάμπρικας γράφτηκε το μήνυμα που συνόδευσε την καριέρα του: «Όσο ζω Μαζώ – Καλό ταξίδι».
Η ημέρα ολοκληρώθηκε στην ταβέρνα του φίλου του. Ο Φάνης Εικοσιπεντάκης συγκέντρωσε όλους τους παρευρισκόμενους και κέρασε το χωριό στη μνήμη του. Από τα ηχεία ακούγονταν διαρκώς τα τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη, με τη φωνή του να γεμίζει τον χώρο όπου είχε ζήσει μερικές από τις πιο αυθεντικές στιγμές της ζωής του.
Έξω από το πέτρινο σπίτι, η καρέκλα με τη μορφή του παραμένει στραμμένη προς τον δρόμο — σαν οι άνθρωποι του χωριού να συνεχίζουν να του κρατούν τη θέση στο μέρος που διάλεξε για να βρει γαλήνη.







