Παρασκευή, 19 Απριλίου 2024
Καθαρός Ουρανός
22.8°C Αθήνα

Αγιά Σοφιά: Πώς είναι σήμερα το λαμπρό μνημείο που βεβήλωσε ο Ερντογάν

GettyImages-888873694.jpg

Τον Ιούλιο του 2020 ο φανατικά προσανατολισμένος στο βαθύ Ισλάμ Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, προέβη στον προαναγγελθέν από τον ίδιο «θάνατο» του κοσμικού χαρακτήρα του μεγαλύτερου μνημείου της Ορθοδοξίας, της Αγίας Σοφίας, στην Κωνσταντινούπολη. Με την κίνηση αυτή επέφερε ένα τεράστιο πλήγμα στον χριστιανισμό αλλά και στον πολιτισμό, καθιστώντας πια τον επί 1.000 και πλέον χρόνια εμβληματικό για την ανθρωπότητα ναό, ως σημείο αναφοράς των μουλάδων και των ιμάμηδων.

 ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα και πιο εμβληματικά μνημεία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, με ισχυρή επιρροή στην κουλτούρα και τις παραδόσεις των Ελλήνων μέχρι και σήμερα. Κατασκευασμένος τον 6ο αιώνα, ο ναός αποτελεί σύμβολο του πάλαι ποτέ μεγαλείου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της χιλιόχρονης ιστορίας της. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 σήμανε και το τέλος της λειτουργίας του μνημείου ως χριστιανικού ναού, και τη μετατροπή του σε ισλαμικό τέμενος.

Το 1934 ο Κεμάλ Ατατούρκ μετέτρεψε τον ναό σε μουσείο, ωστόσο το καλοκαίρι του 2020 με μια απόφαση που ήγειρε πολλές αντιδράσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε ξανά το μνημείο σε λειτουργικό ισλαμικό τέμενος.

Το Newsbomb.gr επισκέφτηκε τον ναό, όπου διαπιστώσαμε την κατάσταση, παρατηρώντας με θλίψη τη βεβήλωση που συντελείται στο εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας, με τη χρήση του να γίνεται για λόγο εντελώς διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο κατασκευάστηκε πριν από 15 αιώνες. Πέραν αυτών, δεν λείπουν οι καταστροφές και οι βανδαλισμοί στοιχείων του ναού, από ανθρώπους εντελώς ξένους με τη σημασία τους, που όμως κατέχουν αυτή τη στιγμή τη νομή του.

Δείτε φωτογραφίες:

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη διπλωματική εργασία του γράφοντος, στο Μεταπτυχιακό «Ψηφιακά Μέσα Επικοινωνίας και Περιβάλλοντα Αλληλεπίδρασης» του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, με θέμα: «Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη: Ιστορική διαχρονία και προσωπικές αφηγήσεις».

Η Αγία Σοφία για τους Έλληνες

Ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά σύμβολα της ελληνικής ιστορίας. Κατασκευασμένος στην τελική μορφή του τον 6ο αιώνα μ.Χ., η ιστορία του φημισμένου, σε όλο τον κόσμο τότε και σήμερα, ναού, είναι απόλυτα συνυφασμένη με την άνοδο και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κι αυτό διότι από τις απαρχές της μεταφοράς της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην όπου, στην αρχαιότητα, είχε ιδρυθεί η αποικία των Μεγαρέων "Βυζάντιο", ξεκίνησε ήδη ο εκχριστιανισμός και η εδραίωση της νέας πίστης σε ένα μεγάλο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, που περιλάμβανε τις αχανείς κτήσεις σε τρεις ηπείρους, τις οποίες κληρονόμησαν οι Βυζαντινοί.

Ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας αντικατοπτρίζει ακριβώς την ισχύ και την αίγλη της νέας θρησκείας σε όλα τα πέρατα της αυτοκρατορίας, καθώς προκαλούσε θαυμασμό και δέος στους επισκέπτες και τους κατοίκους της νεοσύστατης Κωνσταντινούπολης. Για αυτό, άλλωστε, το συγκεκριμένο μνημείο είναι και το πρώτο που έρχεται στο μυαλό όλων όσοι ενθυμούνται ή ανατρέχουν στη χιλιετή αυτή αυτοκρατορία.

Η τελική μορφή του ναού διαμορφώθηκε έπειτα από πολλές περιπέτειες και δραματικά γεγονότα, με τα πρώτα δύο κτίσματα να καταστρέφονται από πυρκαγιές που έβαλαν ανθρώπινα χέρια, κατά τη διάρκεια εξεγέρσεων εναντίον του εκάστοτε αυτοκράτορα. Τελικά, οι αρχιτέκτονες Αρτέμιος και Ισίδωρος πλαισιώθηκαν από χιλιάδες τεχνίτες και οικοδόμους, προκειμένου να ολοκληρωθεί το μνημείο των μνημείων, αξιοποιώντας τα καλύτερα οικοδομικά υλικά προερχόμενα από όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Ο ναός εγκαινιάστηκε σε μια μεγαλοπρεπή τελετή από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος με το επίτευγμά του θεώρησε ότι η Αγία Σοφία ξεπέρασε τον ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ.

Έκτοτε, και μέχρι την τελευταία λειτουργία που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες προτού οι Οθωμανοί κατακτητές κυριεύσουν την Πόλη, ο αυστηρά θρησκευτικός χαρακτήρας του ναού ξεπεράστηκε, αφού εκεί τελούνταν μεταξύ άλλων και οι στέψεις των αυτοκρατόρων, με τον ναό να αποτελεί και σύμβολο πολιτικού μεγαλείου και αυτοκρατορικής δόξας. Όλοι οι αυτοκράτορες, πρόσθεταν στοιχεία στον ναό, καθιστώντας τον πλούτο του πέραν υπολογισμού, μέχρι την πρώτη Άλωση του 1204, οπότε και οι Σταυροφόροι, αν και τον λεηλάτησαν, συνέχισαν να τον αξιοποιούν με τη σειρά τους ως Καθολική Εκκλησία, έως και την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης λίγες δεκαετίες αργότερα.

Η βυζαντινή κληρονομιά που διακατέχει την ιστορία και τις παραδόσεις του σύγχρονου Ελληνισμού, καθιστά και στις μέρες μας την Αγία Σοφία ως ένα θρυλικό μνημείοσύμβολο της παλιάς δόξας και των Χαμένων Πατρίδων, που παρέμειναν υπό τουρκική κτήση έπειτα από την Ελληνική Επανάσταση και την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

Η μετατροπή σε τζαμί και οι αντιδράσεις

Στις 2 Ιουλίου 2020, το 10ο τμήμα του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό την Προεδρία του Γιλμάζ Ακτσίλ, συζήτησε την ανάκληση της απόφασης του 1934, με την οποία η Αγία Σοφία μετατράπηκε από τζαμί σε μουσείο. Τη δικαστική προσφυγή στο Ανώτατο Τουρκικό Δικαστήριο είχε κάνει το 2016 μία άγνωστη κατά τα άλλα ΜΚΟ, με το όνομα «Σύλλογος για την προστασία βακουφίων, ιστορικών μνημείων και περιβάλλοντος». Η ακρόαση διήρκεσε μόλις 17 λεπτά. Ο Σελαμί Καραμάν, δικηγόρος του Συλλόγου, ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του Κεμάλ Ατατούρκ στο προεδρικό διάταγμα του 1934 για το μουσειακό καθεστώς της Αγίας Σοφίας είναι πλαστή και δήλωσε: «Η Αγία Σοφία είναι η προσωπική ιδιοκτησία του σουλτάνου Μωάμεθ του Πορθητή. Με την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου με ημερομηνία 1934, αγνοήθηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Θέλουμε να ακυρωθεί η απόφαση του συμβουλίου των υπουργών». Ο εισαγγελέας της έδρας, δηλώνοντας ότι η υπογραφή του Ατατούρκ είναι η ίδια υπογραφή που χρησιμοποιήθηκε σε πέντε υπουργικά συμβούλια, υποστήριξε ότι η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί, καθώς η χρήση της Αγίας Σοφίας ως μουσείο εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Δημόσιας Διοίκησης, αφούη απόφαση για την Αγία Σοφία ελήφθη από το συμβούλιο υπουργών στο παρελθόν. Επομένως, το άνοιγμά της απαιτεί και πάλι την απόφαση του.

Στις 10 Ιουλίου 2020, ημέρα Παρασκευή, ημέρα προσευχής για τους μουσουλμάνους, το κορυφαίο διοικητικό δικαστήριο της Τουρκίας ανακοίνωσε την ακύρωση της απόφασης του Μουσταφά Κεμάλ το 1934. Λίγο αργότερα, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπέγραψε το διάταγμα με το οποίο η Αγία Σοφία θα ανοίξει ξανά ως τζαμί για τη μουσουλμανική λατρεία στις 24 Ιουλίου 2020, επέτειο της υπογραφής της Συνθήκης της Λοζάνης.

Η απόφαση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους όρους της Συνθήκης της UNESCO, της Εκπαιδευτικής, Επιστημονικής και Επιμορφωτικής Οργάνωσης των Ηνωμένων Εθνών, για την προστασία των μνημείων και περιοχών παγκόσμιας κληρονομιάς, που ορίζει ρητά πως για κάθε φυσική παρέμβαση και λειτουργικές αλλαγές στα καταγεγραμμένα κτήρια και τοποθεσίες θα πρέπει να υπάρχει η σχετική αδειοδότηση του Συμβουλίου Διατήρησης του Οργανισμού. Σύμφωνα με τη Συνθήκη, την οποία έχει υπογράψει και η Τουρκία, πριν από οποιαδήποτε παρέμβαση σε ανάλογους χώρους, είναι υποχρεωτικό να αποστέλλεται έγγραφο αίτημα στην UNESCO, η οποία συγκαλεί τη διακυβερνητική Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς, που καλείται με τη σειρά της να εξετάσει την εκάστοτε περίπτωση, με βασικό κριτήριο τη διατήρηση της αξίας και του οικουμενικού πολιτιστικού χαρακτήρα του μνημείου. Έτσι, η UNESCO λίγες ώρες μετά την μετατροπή του ναού σε τζαμί, ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς θα αξιολογήσει εκ νέου το καθεστώς της Αγίας Σοφίας. «Είναι λυπηρό που η απόφαση της Τουρκίας δεν ήταν αντικείμενο διαλόγου, ούτε υπήρξε κάποια γνωστοποίηση νωρίτερα», ανέφερε η Εκπαιδευτική, Επιστημονική και Επιμορφωτική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών σε ανακοίνωσή της. «H UNESCO καλεί τις τουρκικές αρχές να ξεκινήσουν χωρίς καθυστέρηση διάλογο προκειμένου να αποφευχθεί η οπισθοχώρηση από την παγκόσμια αξία αυτής της σπάνιας κληρονομιάς, η διατήρηση της οποίας θα επανεξεταστεί από την Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς στην επόμενη συνεδρίασή της», πρόσθεσε η διευθύντρια της UNESCO, Οντρεΐ Αζουλέ.

Το Υπουργείο Πολιτισμού και η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας, στις 16 Ιουλίου 2020, ως απάντηση στην UNESCO, υπέγραψαν πρωτόκολλο για τη διατήρηση της Αγίας Σοφίας ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα παρά τη μετατροπή της σε τζαμί.Στα μέσα Νοεμβρίου του 2020, ωστόσο, ο Τούρκος υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού δήλωσε ότι, δήθεν, δεν υπάρχει καμία δυσαρέσκεια στην UNESCO για τις εξελίξεις αυτές. Ο οργανισμός προέβη άμεσα στην ακόλουθη ανακοίνωση: «Ως απάντηση σε πολλές ανακριβείς δηλώσεις και λάθη που κυκλοφορούν στον τύπο σχετικά με την κατάσταση της Αγίας Σοφίας, η UNESCO επιθυμεί να υπενθυμίσει τα ακόλουθα: Η UNESCO αντέδρασε στην αλλαγή του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας ήδη από τον Ιούλιο του 2020 και εξέφρασε την ανησυχία της ως προς αυτό. Αυτή η θέση παρέμεινε σταθερή από τότε. Η UNESCO ξεκίνησε αμέσως μια διαδικασία επιθεώρησης και έστειλε μια αποστολή επιτόπου, από τις 5 έως τις 9 Οκτωβρίου 2020, με επικεφαλής έναν επιφανή εμπειρογνώμονα πολιτιστικής κληρονομιάς, για να εξετάσει λεπτομερώς κάθε μια από τις πιθανές επιπτώσεις αυτής της αλλαγής του καθεστώτος και τον αντίκτυπό τους στην εξαιρετική καθολική αξία της Αγίας Σοφίας.

Αυτή η επιθεώρηση, η οποία καλύπτει διάφορα στοιχεία στις Ιστορικές Περιοχές της Κωνσταντινούπολης, ιδίως την Αγία Σοφία και τη Μονή Χώρας, βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Η έκθεση στην οποία αναφέρεται δεν έχει οριστικοποιηθεί και είναι πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα αυτήν τη στιγμή. Το έργο της UNESCO διέπεται από τις αυστηρές αξίες και διαδικασίες που καθιερώθηκαν από τη Σύμβαση του 1972, σχετικά με την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, η οποία επικυρώθηκε από 194 κράτη. Η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς, αποτελούμενη από 21 εκπροσώπους των Κρατών Μερών της Σύμβασης, είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της Σύμβασης Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Τα αποτελέσματα της αποστολής και οι τρέχουσες επιθεωρήσεις θα υποβληθούν στην Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς στην επόμενη σύνοδό της, που έχει προγραμματιστεί για τον Ιούνιο / Ιούλιο 2021».

Η εμπειρία του επισκέπτη

Η έκφραση του Υψηλού στην Αγιά Σοφιά υποβάλλεται από την πρώτη στιγμή στον επισκέπτη, αφού ακολουθούνται οι αρχές της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό του ναού. Εισερχόμενος στον ναό, ο επισκέπτης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα «απερίγραπτο θέαμα», σύμφωνα με τις διαθέσιμες περιγραφές. Το ασυνήθιστο μέγεθος του ναού, το κάλλος και η αρμονία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, με το πλήθος των πολύχρωμων κιόνων, ο πλούτος και η ποικιλία της εσωτερικής διακόσμησης, γλυπτής και ζωγραφικής, καθώς και ο άπλετος φωτισμός που εισέρχεται από το πλήθος των πλάγιων παραθύρων και από τα 40 παράθυρα του τρούλου, δικαιολογούν την εντύπωση των Βυζαντινών ότι «τέτοιο έργο δεν μπορούσε να είναι δημιούργημα ανθρώπινων χεριών παρά μόνο του ίδιου του Θεού».

Σπουδαίο ρόλο για τη δημιουργία της υπερβατικής ατμόσφαιρας διαδραματίζει και το φως. Το φως, αναδυόμενο μέσα από τους ίσκιους και τα ημίφωτα, δίνει στον χώρο την ατμόσφαιρα, «προσφέροντας ένα πολύ ζωντανό αίσθημα». Σε αυτό, συντελούν και οι αντανακλάσεις του φωτός, που διαχέεται στις γυαλιστερές επιφάνειες της ορθομαρμάρωσης και του μωσαϊκού. Έτσι, όπως σε κάθε βυζαντινό ναό, από τον σκοτεινότερο νάρθηκα μπαίνουμε στο ημίφωτο του κυρίως ναού, για να καταλήξουμε στο κέντρο του, που πλημμυρίζεται από έντονο φως. Η γενική εντύπωση πάντως είναι ότι στο εσωτερικό του χώρου κυριαρχεί το ημίφως και με αυτόν τον τρόπο, το μάτι του επισκέπτη αναπαύεται. Με τα κεριά των πιστών, δε, και το φωτεινό σημείο του τρούλου, κυριαρχούν οι φωτιστικές αντιθέσεις.

Η γραφική διάρθρωση της Αγίας Σοφίας παρουσιάζει πλούσιους και μεγαλοπρεπείς συνδυασμούς. Όπως περιγράφει ο Μιχελής, «αδρές επιφάνειες τοίχων στη βάση και ανάλυση των όγκων σε κύβους, θόλους, ημιθόλια, τοξοειδείς καλύπτρες παραθύρων, αντερείσματα και η ανασύνθεση του όλου με μια μελωδικότητα καμπύλων ελιγμών, οδηγούν στο ατέρμονο, όπως η βροντή στον ουρανό». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «παρουσιάζεται έτσι η υψηλή της διάθεση με τη γραφική και πλουσιοπάροχη αύξηση, δίνοντας πάντα το μέτρο, όσο πλησιάζει τους ουρανούς, ενώ συγχρόνως αφαιρεί και εγκαταλείπει τα βοηθητικά μέλη του έργου για να κορυφωθεί η έξαρσή της στον υπέρτατο δεσπότη της, τον τρούλο, το σύμβολο αυτό του ουρανού επί της γης». Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση στον επισκέπτη για το πόσο μικρός είναι, μπροστά στην «απεραντοσύνη» του χώρου του ναού. «Και έτσι υψώνεται η ψυχή του εκστατική μπροστά στο υπερβατικό που της αποκαλύπτεται», σχολιάζει ο Μιχελής.

Για τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας, μεγάλο ρόλο παίζει και το χρώμα. Στον ναό, οι επιφάνειες διακοσμούνται πολύχρωμα και τα υελοστάσια μέσα από διαφανή υλικά δίνουν έγχρωμους τόνους στο φως, γεγονός που αυξάνει την ένταση και τη δύναμη του ενιαίου χώρου. «Η πολυχρωμία θερμαίνει το φως, βοηθάει στη δημιουργία ατμόσφαιρας στον χώρο και προσθέτει φαντασμαγορικούς τόνους στο ψυχρό μεγαλείο του ναού. Θερμαίνει τα πρόσωπα, ώστε να μας φέρει σε τραγική αντίθεση προς την πνευματικότητά τους», αναφέρει ο Μιχελής. Έτσι, παρατηρείται πως η Αγία Σοφία είναι εσωτερικότερη και πνευματικότερη στην έκφραση του Ύψους από τους γοτθικούς ναούς. «Η δύναμη που την κατέχει είναι γαλήνια, τεράστια αλλά ήρεμη, και ανασηκώνει την ύλη στα φτερά της για να την εξαϋλώσει, χωρίς για αυτό η αρμονία του γύρω κόσμου να ταράζεται, μηδέ η ψυχή μας να εκπλήσσεται ή να αγωνιά. Η Αγιά Σοφία γεννάει το συναίσθημα που έχουμε αναβλέποντας στον ουράνιο θόλο, ή προσβλέποντας το αχανές του ωκεανού σε ώρα γαλήνης, ενώ ο γοτθικός ναός το συναίσθημα που έχουμε κοιτώντας την καταιγίδα του πελάγου ολόρθα τα κύματα. Στην Αγιά Σοφία όμως καμία διάσταση δεν υπερβάλλεται, ένα μέτρο επικρατεί στην έκφραση, κι ο πυργούμενος όγκος αποσβένει γαλήνιος στη μελωδική καμπύλη του τρούλου», παρατηρεί ο Μιχελής.