
Φωτογραφία η Μάρθα Νέλσον Τόμας που ξεκίνησε να ράβει στο χέρι μοναδικές, μαλακές κούκλες -Φωτογραφία της Μάρθας από τον Guy Mendes
Για όποιον μεγάλωσε στα 80s ή στα 90s, τα «Λαχανόπαιδα» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Ήταν αυτές οι χαρακτηριστικές πάνινες κούκλες με τα μάλλινα μαλλιά, τα μεγάλα μάγουλα, το πιστοποιητικό υιοθεσίας και τη διάσημη υπογραφή στο πίσω μέρος τους. Έγιναν αντικείμενο λατρείας, προκάλεσαν ουρές έξω από τα καταστήματα και γέμισαν τα παιδικά δωμάτια σε όλο τον κόσμο.
Eπιμέλεια από Ευαγγελίνα Πλάκας
Πίσω όμως από την τεράστια επιτυχία και τα δισεκατομμύρια δολάρια των πωλήσεων, κρύβεται μια πολύ διαφορετική, ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία που ξεκίνησε όχι από κάποια μεγάλη βιομηχανία παιχνιδιών, αλλά από τα χέρια μιας γυναίκας που απλώς αγαπούσε να δημιουργεί.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σε μια ήσυχη γωνιά του Κεντάκι, η Μάρθα Νέλσον Τόμας ξεκίνησε να ράβει στο χέρι μοναδικές, μαλακές κούκλες. Τις ονόμαζε «Doll Babies». Η Μάρθα δεν τις έβλεπε ως εμπόρευμα. Για εκείνη, κάθε κούκλα είχε τον δικό της χαρακτήρα:
-
Κάθε πρόσωπο ήταν διαφορετικό, ραμμένο με ξεχωριστή έκφραση.
-
Δεν τις πουλούσε με τον κλασικό τρόπο στα παζάρια τέχνης, αλλά ζητούσε από τους ενδιαφερόμενους να τις «υιοθετήσουν».
-
Κάθε παιδί έπαιρνε μαζί ένα χειρόγραφο σημείωμα και ένα πιστοποιητικό, με την υπόσχεση να φροντίζει και να αγαπά το νέο του μέλος.
Για τη Μάρθα, όλη η ουσία βρισκόταν στη σύνδεση, στην τρυφερότητα και στη ζεστασιά που μπορεί να προσφέρει ένα χειροποίητο αντικείμενο.

Στα τέλη της δεκαετίας του '70, σε ένα τοπικό παζάρι χειροτεχνίας, η Μάρθα συνάντησε τον Ζαβιέ Ρόμπερτς, έναν νεαρό σπουδαστή καλών τεχνών. Ο Ρόμπερτς είδε αμέσως τη δυναμική των κουκλών και άρχισε να αγοράζει κομμάτια για να τα μεταπωλεί στο δικό του κατάστημα με σουβενίρ.
Όταν όμως η Μάρθα διαπίστωσε ότι ο Ρόμπερτς ανέβαζε υπερβολικά τις τιμές και εκμεταλλευόταν την ιδέα καθαρά για το κέρδος, αποφάσισε να σταματήσει να του προμηθεύει κούκλες. Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη: αν δεν του έδινε εκείνη, θα έφτιαχνε μόνος του παρόμοιες.
Και πράγματι, αντέγραψε την τεχνική ραφής, τη μορφή αλλά και ολόκληρο το κόνσεπτ της «υιοθεσίας». Ονόμασε τις δικές του εκδοχές «The Little People» και κατοχύρωσε τα πνευματικά δικαιώματα.
Ο Ρόμπερτς αποδείχθηκε εξαιρετικός επιχειρηματίας. Έστησε ένα ολόκληρο σκηνικό γύρω από τις κούκλες:
-
Δημιούργησε το «Babyland General Hospital» στη Τζόρτζια, μια κλινική-αξιοθέατο όπου υπάλληλοι ντυμένοι γιατροί και νοσοκόμες «ξεγεννούσαν» τις κούκλες μέσα από ένα τεχνητό λάχανο.
-
Υπέγραφε ο ίδιος με μελάνι κάθε κούκλα, κάνοντας την υπογραφή του αναγνωρίσιμο σήμα.
Το 1982, η εταιρεία Coleco αγόρασε τα δικαιώματα, άλλαξε το υλικό του προσώπου σε βινύλιο για μαζική παραγωγή και τις μετονόμασε σε Cabbage Patch Kids. Τα Χριστούγεννα του 1983 ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου φρενίτιδα: γονείς ξενυχτούσαν έξω από τα καταστήματα και πάλευαν στους διαδρόμους για να προλάβουν έστω μία κούκλα πριν εξαντληθεί.

Φωτογραφία της Μάρθας από τον Guy Mendes
Βλέποντας τη δική της δημιουργία να γίνεται παγκόσμια μόδα χωρίς καμία αναφορά στο όνομά της, η Μάρθα αποφάσισε να προσφύγει στη δικαιοσύνη το 1979.
Η διαδικασία κράτησε χρόνια. Μπορεί να μην είχε υποβάλει επίσημη πατέντα από την πρώτη μέρα, όμως τα σχέδια, οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν τη δουλειά της απέδειξαν ότι η ιδέα ανήκε ολοκληρωτικά σε εκείνη.
Το 1985 η υπόθεση έκλεισε με εξωδικαστικό συμβιβασμό. Η Μάρθα έλαβε αποζημίωση, ωστόσο η συμφωνία συνοδευόταν από όρους σιωπής και το όνομά της δεν μπήκε ποτέ στα κουτιά των παιχνιδιών.

Η Μάρθα Νέλσον Τόμας έφυγε από τη ζωή το 2013, συνεχίζοντας μέχρι τέλους να ζει απλά και να ράβει με μεράκι. Για εκείνη, η επιβράβευση δεν ήταν ποτέ οι αριθμοί των πωλήσεων, αλλά το χαμόγελο ενός παιδιού που κρατούσε κάτι φτιαγμένο με φροντίδα.
Σήμερα, τα Λαχανόπαιδα παραμένουν ένα αγαπημένο κομμάτι των αναμνήσεών μας. Και αξίζει, κάθε φορά που τα θυμόμαστε, να θυμόμαστε και τα χέρια που τα σχεδίασαν πρώτα: εκείνα μιας αληθινής δημιουργού που έβαλε ψυχή πριν μπει η μαζική παραγωγή.








