
Ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ στο λιτό εργαστήριό του στο νοσοκομείο «Σεντ Μέρι» του Λονδίνου, εκεί όπου η παρατηρητικότητα και η τύχη άλλαξαν την ιστορία της παγκόσμιας ιατρικής.
Στην ιστορία των μεγάλων επιστημονικών κατακτήσεων, σπάνια συναντά κανείς μια προσωπικότητα τόσο απαλλαγμένη από έπαρση όσο εκείνη του Αλεξάντερ Φλέμινγκ. Σε μια εποχή που οι λοιμώξεις θέριζαν ολόκληρες γενιές και μια απλή αμυχή μπορούσε να αποβεί μοιραία, ένας οξυδερκής Σκωτσέζος ερευνητής με απέραντη παρατηρητικότητα χάρισε στην ανθρωπότητα το ισχυρότερο όπλο της: τα αντιβιοτικά. Η ζωή του δεν ήταν αποτέλεσμα εντυπωσιακών σχεδιασμών, αλλά μιας σειράς συγκυριών, σκληρής δουλειάς και μιας βαθιάς περιέργειας για τη φύση.
Eπιμέλεια από την συντακτική ομάδα του Ηellenicdailynews
Γεννημένος στις 6 Αυγούστου 1881 στο Λόχφιλντ της νοτιοδυτικής Σκωτίας, ο Φλέμινγκ μεγάλωσε σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα. Ήταν το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του Χιου Φλέμινγκ και της δεύτερης συζύγου του, Γκρέις Μόρτον, ενώ στην οικογένεια υπήρχαν άλλα τέσσερα αδέλφια από τον πρώτο γάμο του πατέρα του. Η επαφή με τη γη και την άγρια φύση των σκωτσέζικων υψιπέδων καλλιέργησε από νωρίς την υπομονή και το ήσυχο, στοχαστικό του ταμπεραμέντο.
Σε ηλικία 16 ετών μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου γράφτηκε στο Βασιλικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως υπάλληλος γραφείου σε ναυτιλιακή εταιρεία για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Τα τεχνικά επαγγέλματα δεν ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του. Η καθοριστική καμπή ήρθε χάρη στον μεγαλύτερο αδελφό του, Τομ, ο οποίος ασκούσε ήδη την ιατρική και τον παρότρυνε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Το 1903 κέρδισε μια υποτροφία για την Ιατρική Σχολή του Νοσοκομείου «Σεντ Μέρι». Αποφοίτησε με διακρίσεις τρία χρόνια αργότερα και εντάχθηκε στην ερευνητική ομάδα του κορυφαίου μικροβιολόγου Άλμροθ Ράιτ.
Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως λοχαγός στο ιατρικό σώμα του βρετανικού στρατού στα νοσοκομεία του δυτικού μετώπου στη Γαλλία. Εκεί είδε χιλιάδες στρατιώτες να πεθαίνουν όχι από τα τραύματα της μάχης, αλλά από τις μολύνσεις που ακολουθούσαν. Διαπίστωσε γρήγορα ότι τα αντισηπτικά της εποχής κατέστρεφαν τα λευκά αιμοσφαίρια του οργανισμού πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι τα ίδια τα βακτήρια. Το όραμά του να βρει μια ουσία ικανή να εξουδετερώνει τα μικρόβια χωρίς να βλάπτει τα κύτταρα του ανθρώπου γεννήθηκε μέσα στη λάσπη των χαρακωμάτων.
Η δεκτική ματιά στην τύχη: Λυσοζύμη και πενικιλίνη
Επιστρέφοντας στο «Σεντ Μέρι», ο Φλέμινγκ συνέχισε με αφοσίωση τις έρευνές του. Το 1922 έκανε την πρώτη του σημαντική ανακάλυψη: απομόνωσε τη λυσοζύμη, ένα ένζυμο που υπάρχει στα ανθρώπινα δάκρυα, το σάλιο και τη βλέννα, το οποίο διαθέτει φυσικές αντιβακτηριακές ιδιότητες. Αν και η λυσοζύμη δεν ήταν αποτελεσματική απέναντι στα πιο επικίνδυνα παθογόνα, απέδειξε στον ερευνητή ότι το ανθρώπινο σώμα διαθέτει μηχανισμούς άμυνας που άξιζε να αποκωδικοποιηθούν.
Η στιγμή που καθόρισε τον 20ό αιώνα γράφτηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1928. Επιστρέφοντας στο εργαστήριό του μετά από οικογενειακές διακοπές, παρατήρησε μια στοίβα από τρυβλία με καλλιέργειες σταφυλόκοκκου που είχε αφήσει στον πάγκο. Σε ένα από αυτά είχε αναπτυχθεί ένας κοινός μύκητας, μια γαλαζοπράσινη μούχλα. Το κρίσιμο στοιχείο που άλλοι θα είχαν αγνοήσει ήταν ότι γύρω από τη μούχλα τα βακτήρια είχαν διαλυθεί εντελώς.
Αντί να πετάξει το μολυσμένο τρυβλίο, ο Φλέμινγκ απομόνωσε τον μύκητα —το Penicillium notatum— και ονόμασε την ουσία που παρήγαγε «πενικιλίνη». Ωστόσο, η αδυναμία του να σταθεροποιήσει και να παραγάγει την ουσία σε μεγάλες ποσότητες, σε συνδυασμό με την αδιαφορία της επιστημονικής κοινότητας, πάγωσαν τις έρευνες για μια δεκαετία. Χρειάστηκε η παρέμβαση των Χάουαρντ Φλόρεϊ και Ερνστ Τσέιν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 στην Οξφόρδη για να καθαριστεί η πενικιλίνη και να ξεκινήσει η βιομηχανική της παραγωγή, σώζοντας εκατομμύρια ζωές στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1945, οι τρεις επιστήμονες μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής. Ο Φλέμινγκ απέφυγε τα μεγάλα λόγια, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα».

Ο Σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ με τη σύζυγό του, δρα Αμαλία Κουτσούρη-Φλέμινγκ. Ένας βαθύς δεσμός αγάπης, επιστήμης και κοινών αξιών που συνέδεσε τον νομπελίστα επιστήμονα με την Ελλάδα.
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο και η σύνδεση με την Ελλάδα
Πίσω από τον τίτλο του «Σερ» που του απονεμήθηκε το 1944 κρυβόταν ένας άνθρωπος προσηνής και λιτός. Με την πρώτη του σύζυγο, τη νοσηλεύτρια Σάρα ΜακΕλρόι, απέκτησε έναν γιο, τον Ρόμπερτ, ο οποίος ακολούθησε επίσης την ιατρική.
Μετά τον θάνατο της Σάρα, η ζωή του διασταυρώθηκε με εκείνη της Ελληνίδας γιατρού Αμαλίας Κουτσούρη. Η νεαρή επιστήμονας είχε φτάσει με υποτροφία στο Λονδίνο και εντάχθηκε στην ομάδα του στο «Σεντ Μέρι». Η αμοιβαία εκτίμηση μετατράπηκε σε έναν βαθύ δεσμό και το 1953 παντρεύτηκαν. Μέσα από την Αμαλία, ο Φλέμινγκ ανέπτυξε θερμή αγάπη για την Ελλάδα, επισκέφθηκε τη χώρα, τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο και την Ακαδημία Αθηνών και αγκαλιάστηκε θερμά από την ελληνική κοινωνία.
Ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις 11 Μαρτίου 1955, σε ηλικία 73 ετών, από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Λονδίνο. Η ταφή του έγινε στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου, ανάμεσα στις μεγαλύτερες προσωπικότητες του βρετανικού έθνους. Η παρακαταθήκη του δεν μετριέται σε διακρίσεις, αλλά σε κάθε ανθρώπινη ζωή που σώζεται καθημερινά χάρη στην πίστη του ότι η φύση κρύβει τις απαντήσεις για όσους έχουν τα μάτια να τις δουν.







