
Το άγνωστο παρασκήνιο της 3ης Σεπτέμβρη 1974: Ο Ανδρέας Παπανδρέου στο King Palace, το πράσινο βιβλιαράκι και οι ιστορικές λαοθάλασσες του Τάσου Μπιρσίμ.
Επιμέλεια από την Ευαγγελίνα Πλάκας
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που συμπυκνώνουν όλη την αγωνία, τις ελπίδες και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής. Μία από αυτές ήταν το μεσημέρι της 3ης Σεπτεμβρίου του 1974. Η Αθήνα βίωνε ακόμη τις πρώτες, αμήχανες ανάσες της Μεταπολίτευσης. Η τραγωδία της Κύπρου ήταν μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγούσε, η επτάχρονη δικτατορία είχε μόλις καταρρεύσει αφήνοντας πίσω της τραύματα και καχυποψία, και ο λαός αναζητούσε κάτι αυθεντικό για να πιστέψει. Μέσα σε αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, στην κατάμεστη αίθουσα του ξενοδοχείου «Κινγκ Πάλας» στην πλατεία Συντάγματος, γράφτηκε μια σελίδα που θα σφράγιζε για δεκαετίες την πορεία της χώρας.
Εκείνο το μεσημέρι, περίπου εκατόν πενήντα άνθρωποι είχαν στριμωχτεί στην αίθουσα. Δεν ήταν ένα τυπικό κομματικό ακροατήριο. Ήταν ένα παράξενο, ζωντανό μείγμα από αντιστασιακούς του ΠΑΚ, νεολαίους που είχαν σημαδευτεί από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, διανοούμενους, παλαιούς κεντρώους πολιτικούς αλλά και απλούς πολίτες που κουβαλούσαν τη δίψα για βαθιά ανανέωση.
Όταν η πόρτα άνοιξε, ο Ανδρέας Παπανδρέου εμφανίστηκε καθυστερημένος. Στα 55 του χρόνια, δεν έμοιαζε με κανέναν από τους κλασικούς πολιτικούς της παλιάς φρουράς. Χωρίς γραβάτα, με ένα απλό κατάλευκο πουκάμισο ανοιχτό στον γιακά και μια φαρδιά δερμάτινη ζώνη, αποπένεε μια αύρα ριζοσπαστισμού και δυναμισμού. Κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό πράσινο βιβλιαράκι: την ιδρυτική διακήρυξη αρχών του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Για να φτάσουμε σε εκείνη την ημέρα, χρειάστηκε να διανυθεί μια διαδρομή γεμάτη παρασκήνιο, αμφιβολίες και έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Στις 24 Ιουλίου 1974, την ώρα που η Χούντα κατέρρεε, ο Ανδρέας Παπανδρέου βρισκόταν εξόριστος στο Τορόντο του Καναδά. Σε αντίθεση με ό,τι ίσως περίμεναν πολλοί, δεν έσπευσε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο για την Αθήνα. Ήταν βαθιά επιφυλακτικός, φοβόταν για τη ζωή του και δεν δίσταζε να χαρακτηρίζει τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης εθνικής ενότητας ως μια απλή «αλλαγή φρουράς του ΝΑΤΟ».
Χρειάστηκαν επίμονες τηλεφωνικές επικοινωνίες από πιστούς φίλους και παλαιούς συνοδοιπόρους, με πρωτοστάτη τον Γιάννη Αλευρά, για να πειστεί ότι το έδαφος στην Ελλάδα είχε αλλάξει ριζικά και ότι ο κόσμος περίμενε εκείνον. Το καθοριστικό ραντεβού δόθηκε στις 6 Αυγούστου στο Βίντερτουρ της Ελβετίας. Εκεί, ενώπιον 80 στελεχών του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), πάρθηκε η απόφαση: το ΠΑΚ αυτοδιαλύεται και μετατρέπεται σε πολιτικό φορέα. Ο Ανδρέας ξέκοψε κάθε κουβέντα για αναβίωση της παλιάς Ένωσης Κέντρου του πατέρα του, Γεωργίου Παπανδρέου. Ήθελε μια νέα, αυτόνομη πορεία με ξεκάθαρο σοσιαλιστικό προσανατολισμό.

Το βράδυ της 16ης Αυγούστου, η πτήση από το εξωτερικό προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν ήταν πρωτοφανείς. Χιλιάδες λαού κατέκλυσαν τον διάδρομο και τους γύρω δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα που δονούσαν τον αέρα: «ΝΑΤΟ, ΣΙΑ, προδοσία!». Μαζί του κατέβαιναν τα σκαλιά του αεροπλάνου η σύζυγός του Μαργαρίτα, ο νεαρός τότε γιος του Γιώργος, και οι αφοσιωμένοι του άνθρωποι, όπως ο Μιχάλης Ζιάγκας και η Αγγέλα Κοκκόλα.
Τις ημέρες που μεσολάβησαν μέχρι την 3η Σεπτεμβρίου, οι ζυμώσεις ήταν πυρετώδεις. Στο τραπέζι έπεσαν πολλές ιδέες για το όνομα. Η πρόταση για «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα για την Αναγέννηση της Ελλάδας» εγκαταλείφθηκε γρήγορα, καθώς η λέξη «αναγέννηση» θύμιζε δυσάρεστα τη χουντική ρητορική. Η πρόταση του Αντώνη Λιβάνη να χρησιμοποιηθεί η λέξη «Δημοκρατικό» αντί για «Σοσιαλιστικό» απορρίφθηκε επίσης. Ο Ανδρέας επέμεινε στη λέξη «Κίνημα» αντί για «Κόμμα», θέλοντας να υπογραμμίσει έναν ζωντανό, συμμετοχικό οργανισμό μακριά από τη γραφειοκρατία των παραδοσιακών μηχανισμών.
Έτσι γεννήθηκε το έμβλημα με τον πράσινο ανατέλλοντα ήλιο –έμπνευση από τα σύμβολα μιας μικρής τροτσκιστικής ομάδας– και το ακρωνύμιο ΠΑΣΟΚ, το οποίο καθιέρωσε δημοσιογραφικά μέσα από τις στήλες του «Βήματος» ο Σταύρος Ψυχάρης.
Διαβάζοντας ολόκληρο το κείμενο της διακήρυξης στο «Κινγκ Πάλας», ο Ανδρέας Παπανδρέου έθεσε τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής γραμματικής: «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση – Δημοκρατία». Μιλούσε για μια Ελλάδα που θα ανήκει στους Έλληνες, απαλλαγμένη από ξένες επεμβάσεις και ντόπια οικονομικά κατεστημένα.

Φωτογραφία / Τάσος Μπιρσίμ με τον Αντρέα Παπανδρέου
Πίσω όμως από τα μεγάλα πολιτικά κείμενα και τις ιστορικές διακηρύξεις, η δύναμη εκείνης της στιγμής βρισκόταν στην ανθρώπινη επαφή και τη συγκίνηση. Ήταν η απαρχή μιας σχέσης που αργότερα αποτυπώθηκε με μοναδικό, σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο στις λαοθάλασσες των συγκεντρώσεων. Εκεί όπου η εικόνα και το συναίσθημα κυριαρχούσαν, με τη σκηνοθετική ματιά του Τάσου Μπιρσίμ να γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του φαινομένου. Ήταν ο Μπιρσίμ που χρόνια μετά, μέσα από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις και τα πλάνα των τεράστιων συγκεντρώσεων με τα ζουμ στα πρόσωπα των απλών ανθρώπων και τα δάση από πράσινες σημαίες, κατάφερε να μετατρέψει την πολιτική σε λαϊκή μυσταγωγία και να αποτυπώσει στο γυαλί τον παλμό που πρωτοξεκίνησε εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη.

Η 3η Σεπτεμβρίου 1974 δεν ήταν απλώς η ίδρυση ενός πολιτικού σχηματισμού. Ήταν η αφετηρία μιας διαδρομής που επτά χρόνια αργότερα, το 1981, οδήγησε στην «Αλλαγή» και έφερε στο προσκήνιο τα κοινωνικά στρώματα που μέχρι τότε ένιωθαν στο περιθώριο. Μια ημέρα που ξεκίνησε με ένα πράσινο βιβλιαράκι και έναν χαρισματικό ηγέτη με άσπρο πουκάμισο, ανοίγοντας έναν κύκλο που σημάδεψε ανεξίτηλα τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.







