Σάββατο, 21 Μαϊος 2022
Καθαρός Ουρανός
18.9°C Αθήνα

1 € = $ 1.0341
1 $ = € 0.9670

Σαν Σήμερα: Γεννήθηκε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ο "πατριάρχης" του ρεμπέτικου.

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο "πατριάρχης" του ρεμπέτικου, όπως τον αποκαλούν, γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στο συνοικισμό Σκαλί, στην  Άνω Χώρα της Σύρου και ήταν το πρώτο από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη, μιας φτωχής οικογένειας που είχε, όμως, μέσα της το "μικρόβιο" της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.

Πριν καλά - καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να το διακόψει, γιατί πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο.

Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά.

Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι.

Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες.

«Μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την στατίρα που σπάνε κόκαλα στο μαγαζί. τέτοιο πράγμα», είχε πει κάποτε ο ίδιος.

Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.

Το πάθος του για αυτήν ήταν παράφορο από την πρώτη μέρα της γνωριμίας. Μετά την αποκάλυψη, όμως, της απιστίας της, το ζευγάρι χωρίζει.

Ο Μάρκος θα γράψει πολλά τραγούδια με άλλο όνομα για να αποφύγει να πληρώσει τα κέρδη από αυτά ως διατροφή στην πρώην σύζυγο του.

Το 1925, κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Odeon τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».

Ο Μάρκος άνοιξε και το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο.

Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ' ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.

Η περίοδος λίγο πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η πιο παραγωγική για το μεγάλο ρεμπέτη. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος είχε γίνει περιζήτητος.

Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαϊωάνου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.

Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα.

Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ.

Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος, το 1947 και ο Δομένικος, το 1949.

Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954, όμως αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει.

Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί.

Το 1960, όμως, έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου κ.ά.

Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος επέστρεψε στα λαϊκά πάλκα, ενώ έδωσε και συναυλίες σε χώρους πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες.

Το 1966, εμφανίστηκε σε μπουάτ στην Πλάκα. Ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

 ΜΑΡΚΟΣ ΡΟΒΕΡΤΑΚΗΣ με ακκορντεόν 1951

Η άσωτη ζωή του μεγάλου ρεμπέτη

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, σαν γνήσιος ρεμπέτης, σύχναζε σε κακόφημα μέρη, συναναστρέφονταν με αλήτες, πόρνες και χασικλήδες και μπαινόβγαινε συχνά στα κρατητήρια και στις φυλακές. Αυτά τα βιώματα αποτυπώνονται στα σπουδαία τραγούδια που δημιουργεί.

Τη δεκαετία του 1940, κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία στη Θεσσαλονίκη, για το θάνατο μιας ιερόδουλης, με την οποία και έχει συνευρεθεί την ίδια νύχτα.

Ο Βαμβακάρης αρνείται την ενοχή του και γλιτώνει χάρη σε έναν ανώτατο αστυνομικό της πόλης που λατρεύει την ρεμπέτικη λαϊκή μουσική.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης άφησε την τελευταία του πνοή στην Νίκαια, στα 66 του χρόνια, άπω νεφρική ανεπάρκεια. Για την κηδεία του ο γιος του Δομένικος αναγκάστηκε να πάρει δάνειο για να καλύψει τα έξοδα της.

Στο νησί του στη Σύρο, λειτουργεί από 1995, είκοσι τρία χρόνια μετά το θάνατο του, το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη.