Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2022
Καθαρός Ουρανός
32.2°C Αθήνα

1 € = $ 1.0178
1 $ = € 0.9825

Σαν Σήμερα: Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ βάζει τέλος στη ζωή του

hemmingway

Σαν σήμερα, 2 Ιουλίου 1961, ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, βάζει τέλος στη ζωή του με κυνηγετική καραμπίνα στο Άινταχο, σε ηλικία 61 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από κατάθλιψη.

Ο Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός και για το δημοσιογραφικό του έργο, με ζωή περιπετειώδη και πολυτάραχη όσο αποτυπώνεται στα βιβλία του.

Αποτέλεσε μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται "Ο Γέρος και η Θάλασσα", "Για ποιον χτυπά η καμπάνα" και ο "Αποχαιρετισμός στα όπλα".

Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Αγάπησε με πάθος τις ταυρομαχίες, το κυνήγι, τα ταξίδια και τις γυναίκες. Εργάστηκε και ως πολεμικός ανταποκριτής ενώ έκανε τέσσερις γάμους.

Γεννήθηκε το 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλλινόις, κοντά στην πόλη του Σικάγου και ήταν ο πρώτος γιος και το δεύτερο από τα συνολικά έξι παιδιά του Κλάρενς Έντμοντς Χέμινγουεϊ και της Γκρέις Χωλ.

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, ο Χέμινγουεϊ, μετά από προτροπή του πατέρα του, προσπάθησε να καταταχθεί στον Αμερικανικό στρατό για να λάβει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τελικά απορρίφθηκε, πιθανώς εξαιτίας προβλήματος όρασης στο αριστερό του μάτι, ωστόσο δεν έχει διασωθεί ιατρικό αρχείο που να επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο απορρίφθηκε.

Παρά την αδυναμία του να καταταγεί στον στρατό, τον Δεκέμβριο του 1917, έγινε δεκτός ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου του Ερυθρού Σταυρού και αφού αποχώρησε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν, τον Απρίλιο του 1918 αναχώρησε για το ιταλικό μέτωπο. Αρχικά επισκέφτηκε το Παρίσι και στη συνέχεια ταξιδεψε στο Μιλάνο στις αρχές Ιουνίου, όταν και έλαβε τις πρώτες διαταγές.

Μετά το τέλος του πολέμου ο Χέμινγουεϊ παρασημοφορήθηκε από το ιταλικό κράτος για την ανδρεία του.

Οι εμπειρίες του στο μέτωπο, η ανάρρωσή του σε νοσοκομείο του Μιλάνου μετά τον τραυματισμό του, καθώς και η σχέση που ανέπτυξε με την εθελόντρια νοσοκόμα Άγκνες φον Κουρόφσκι αποτέλεσαν υλικό για το μεταγενέστερο μυθιστόρημά του "Αποχαιρετισμός στα όπλα".

Η αποτυχία του ειδυλλίου του με την Άγκνες τού προκάλεσε ένα βαρύ ψυχικό τραύμα που τον επηρέασε πολύ στη μετέπειτα ζωή του.

Με τη λήξη του πολέμου, ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Όουκ Παρκ.

Το 1920 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Star Weekly του Τορόντο.

Τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε τη Χάντλυ Ρίτσαρντσον και για ένα διάστημα έζησαν στο Παρίσι, όπου ο Χέμινγουεϊ γνώρισε αρκετούς λογοτέχνες, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον Σκοτ Φιτζέραλντ, τον Έζρα Πάουντ και τον Τζαίημς Τζόυς.

Κάλυψε δημοσιογραφικά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο με σημαντικές ανταποκρίσεις για την καταστροφή της Σμύρνης και την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη.

Παράλληλα, το 1923 ολοκλήρωσε και το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο "Τρία διηγήματα και δέκα ποιήματα" (Three Stories and Ten Poems), το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι από τον Ρόμπερτ Μακάλμον (Robert McAlmon).

Την ίδια χρονιά ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Αμερική λόγω της εγκυμοσύνης της συζύγου του και προκειμένου να γεννηθεί εκεί ο γιος τους κάτω από καλύτερες συνθήκες.

Την περίοδο αυτή εργάστηκε στην εφημερίδα Toronto Daily Star ενώ παραιτήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1924 προκειμένου να επιστρέψει με την οικογένεια του στο Παρίσι.

Μετά από σχετική σύσταση του Έζρα Πάουντ, ο Φορντ Μάντοξ Φορντ δημοσίευσε διηγήματα του Χέμινγουεϊ στο λογοτεχνικό περιοδικό Transatlantic Review.

Την περίοδο 1925-1929 ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων η συλλογή διηγημάτων του "Στον καιρό μας" (In Our Time), το μυθιστόρημα "Ο Ήλιος ανατέλλει ξανά" (The Sun Also Rises), η συλλογή "Άνδρες χωρίς γυναίκες" (Men Without Women) και ο "Αποχαιρετισμός στα όπλα" (A Farewell to Arms, 1929), έργο με το οποίο γνώρισε και σημαντική αναγνώριση και εμπορική επιτυχία.

Γνωρίστηκε επίσης με την Γερτρούδη Στάιν, η οποία τον εισήγαγε στον κύκλο των καλλιτεχνών με επίκεντρο την Μονμάρτρη και ειδικότερα τη λογοτεχνική «Χαμένη Γενιά» (Lost Generation) των εξόριστων Αμερικανών συγγραφέων του Παρισιού.

Το 1927, χώρισε με την Χάντλυ Ρίτσαρντσον, νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά την Αμερικανίδα Πωλίν Φάιφερ, ανταποκρίτρια μόδας για τα περιοδικά Vanity Fair και Vogue, και μαζί εγκαταστάθηκαν τον επόμενο χρόνο στo Κη Γουέστ της Φλόριντα, τόπο που αποτέλεσε μία σταθερή βάση για τον Χέμινγουεϊ τα επόμενα χρόνια.

Στις 28 Ιουνίου απέκτησε τον δεύτερο γιο του, τον Πάτρικ ενώ τον Δεκέμβριο του 1928 ο πατέρας του, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα καθώς και προβλήματα υγείας, αυτοκτόνησε.

Η δημοσίευση του "Αποχαιρετισμός στα Όπλα" στις 27 Σεπτεμβρίου 1929, του χάρισε λογοτεχνική και εμπορική αναγνώριση.

Το 1932, εκδόθηκε ο "Θάνατος στο απομεσήμερο" (Death in the Afternoon), έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύθηκε την ταυρομαχία, τόσο εγκυκλοπαιδικά όσο και με αναφορές στη μεταφυσική και θρησκευτική της διάσταση.

Υπήρξε θαυμαστής των ταυρομαχιών ήδη από το 1925, μετά από ταξίδια του στην Ισπανία.

Το καλοκαίρι του 1933, ταξίδεψε στην Αφρική όπου συμμετείχε σε σαφάρι για διάστημα περίπου τριών μηνών.

Οι εμπειρίες του αποτέλεσαν υλικό για το μυθιστόρημα "Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής" (Green Hills of Africa) που εκδόθηκε το 1935.

Τον Μάρτιο του 1937 ο Χέμινγουεϊ ταξίδεψε στην Ισπανία προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά τον ισπανικό εμφύλιο.

Την περίοδο αυτή ανέπτυξε παράλληλα σχέση με την Μάρθα Γκέλχορν, η οποία επίσης κάλυπτε τον πόλεμο, γεγονός που οδήγησε σε ένα δεύτερο διαζύγιο το 1940 και σε έναν τρίτο γάμο του με την Γκέλχορν, λίγες εβδομάδες αργότερα.

Μετά τον τρίτο του γάμο, εγκαθίσταται στην Κούβα, στη βίλα Φίνκα Βίχια (Finca Vigia), κοντά στην Αβάνα.

Την εποχή που ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο  Χέμινγουεϊ, αρθρογραφεί υπέρ της Δημοκρατίας και ενεργοποιείται γύρω από ομάδες συμπαθούντων που στέλνουν βοήθεια στα δημοκρατικά κυβερνητικά στρατεύματα.

Ο ίδιος αποφασίζει να πάρει μέρος στις πολεμικές ανταποκρίσεις στο μέτωπο της Αραγωνίας, όπως και γύρω από την πολιορκημένη από τα στρατεύματα του Φράνκο, Μαδρίτη.

Το ξενοδοχείο Φλόριντα στη Μαδρίτη στο οποίο έμενε, συγκέντρωνε τους πιο γνωστούς Αμερικανούς εθελοντές στον πόλεμο, τους οποίους γνώριζε προσωπικά και ήταν φίλος τους, όπως ο Ρόμπερτ Μέρριμαν, αρχηγός των αμερικανικών εθελοντικών ταξιαρχιών και ο άσος πιλότος Φρανκ Γκλάσκοου Τίνκερ, υποσμηναγός της Δημοκρατικής Αεροπορίας.

Στις ανταποκρίσεις του από την Ισπανία υπάρχουν προσωπικοί διάλογοι με αυτούς, ακόμα και ποιήματα αφιερωμένα στους νεκρούς του φίλους.

Οι εμπειρίες του αυτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα "Για ποιον χτυπά η καμπάνα", το οποίο ολοκλήρωσε στην Κούβα τον Ιούλιο του 1940.

Το βιβλίο αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Χέμινγουεϊ και όταν εκδόθηκε είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, λαμβάνοντας και πολύ θετικές κριτικές.

Πρόσωπα έμπνευσης για τους πρωταγωνιστές του έργου αυτού ήταν, και με τα ίδια ακριβώς ονόματα, το ζευγάρι Ρόμπερτ και Μάριον Μέρριμαν.

Ο Ρόμπερτ του έργου όπως και ο αληθινός Ρόμπερτ Μέρριμαν, και η Μάριον, θα πέσουν μαχόμενοι στην Ισπανία για το καθήκον, όπως αυτοί είχαν ορίσει στον εαυτό τους.

Μετά τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Χέμινγουεϊ οργάνωσε μία επιχείρηση ανακάλυψης γερμανικών υποβρυχίων στις ακτές της Κούβας και των ΗΠΑ.

Συγκέντρωσε αρκετούς φίλους και γνωστούς του, ενώ παράλληλα εξόπλισε κατάλληλα το αλιευτικό του σκάφος (γνωστό και ως Pilar). Ονόμασε την οργάνωση αυτή Crook Factory, ωστόσο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τη σύζυγό του Μάρθα, το εγχείρημα του Χέμινγουεϊ αποτελούσε δικαιολογία ώστε να αποφύγει μία πραγματική δημοσιογραφική αποστολή αλλά και για να διασκεδάσει με τους φίλους του.

Την άνοιξη του 1944, ο Χέμινγουεϊ αποφάσισε τελικά να ταξιδέψει στην Ευρώπη για τη δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου, με πρώτο σταθμό το Λονδίνο.

Στο διάστημα αυτό, επήλθε ρήξη στη σχέση με την τρίτη σύζυγό του ενώ παράλληλα γνώρισε τη δημοσιογράφο του περιοδικού Time Μαίρη Γουέλς, με την οποία παντρεύτηκαν τελικά το 1946, τελώντας τον τέταρτο γάμο του.

Ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στην Αμερική τον Μάρτιο του ίδιου έτους, μετά τη λήξη του πολέμου.

Το 1950 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα από την εποχή του "Για ποιον χτυπά η καμπάνα", με τον τίτλο "Across the River and Into the Trees", το οποίο πραγματεύεται μία ρομαντική ιστορία που εκτυ,λίσσεται στην μεταπολεμική Βενετία.

χεμινγουει

Το μυθιστόρημα έλαβε κακές κριτικές ενταγμένες σε μία γενικότερη αμφισβήτηση της ικανότητάς του να συνεχίσει να δημιουργεί σημαντικά έργα.

Η θεώρηση αυτή ανατράπηκε δύο χρόνια αργότερα, με την ολοκλήρωση της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα, το 1951 και την έκδοσή της τον Σεπτέμβριο του 1952. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Life και προκάλεσε πολύ θετικά σχόλια, οδηγώντας τελικά στη βράβευση του Χέμινγουεϊ με το Βραβείο Πούλιτζερ (1953) και το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1954).

Αμέσως μετά τη θερμή υποδοχή της νουβέλας, ταξίδεψε αρχικά στην Ισπανία και αργότερα στην Αφρική. Επί αφρικανικού εδάφους, συμμετείχε σε δύο αεροπορικά ατυχήματα τα οποία τού προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς.

Ενδεικτικό της σοβαρότητάς τους είναι το γεγονός πως αφού επέστρεψε στην Κούβα, του στάθηκε αδύνατο να παραστεί στην απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας, η οποία έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 1954. Αντ' αυτού, απέστειλε ένα γράμμα, το οποίο διάβασε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Σουηδία, Τζον Κάμποτ, ανακοινώνοντας την αποδοχή του βραβείου εκ μέρους του συγγραφέα.

Τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα υγείας που στάθηκαν εμπόδιο στη συνέχιση του έργου του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε επιπλέον από την υπερβολική χρήση αλκοόλ καθώς και από την κατάθλιψη που εμφάνιζε.

Παρά τις αντιξοότητες, κατάφερε να ολοκληρώσει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα "Μία κινητή γιορτή" (A Moveable Feast), έργο που τελικά εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Ιούλιο του 1960 και εγκαταστάθηκε στην πόλη Κέτσαμ (Ketchum) του Αϊντάχο. Τον ίδιο χρόνο νοσηλεύθηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης αλλά κυρίως της κατάθλιψης και της παράνοιάς του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ (ECT).

Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 έως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα, προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά και τη μελλοντική του αυτοκτονία.

Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την άνοιξη του 1961, και τελικά στις 2 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του.

Ο τάφος του βρίσκεται στο καθολικό νεκροταφείο του Κέτσαμ.