Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2024

Μύκονος: Το διαφορετικό που δεν τρομάζει

Τη Μύκονο την έχω ζήσει από όλες της τις πλευρές. Έχω κάνει χιλιόμετρα πάνω σε 12ποντες γόβες χορεύοντας στο Cavo Paradiso, έχω βουτήξει σ’ όλες τις παραλίες της, έχω αγαπήσει κοιτάζοντας τη θάλασσα χαμένη στις ανεμοδαρμένες ξερολιθιές, έχω ξημερωθεί τραγουδώντας ρεμπέτικα με ντόπιους και φίλους όταν έκλεινε το μαγαζί του ο φίλος μου ο Ξενιτίδης κι άρπαζαν από ένα όργανο και το ρίχναμε αυτοσχέδια στο τραγούδι τσιμπολογώντας γκιούλμπασι που ψηνόταν από το πρωί, έχω πιει σαμπάνια στην Ψαρού κι έχω φάει τον καλύτερο αστακό που τον διαλέγεις εκείνη την ώρα μέσα από το ενυδρείο στην Παράγκα.
της Εύας Κουτουμάνου

Για αυτό όταν μου λένε ότι η Μύκονος είναι ένα κοσμικό νησί μόνο για ξέφρενη διασκέδαση, γελάω. Η Μύκονος είναι ότι θέλεις εσύ να είναι, ότι φαντάζεσαι κι ακόμα περισσότερα. Η Μύκονος είναι γυναίκα, μάγισσα, πρέπει να τη γνωρίσεις για να σου αφεθεί. Είναι άστατη ερωμένη πρέπει να της δοθείς για να σου δοθεί. Κι είναι πολύπλευρη, σαν γυναίκα. Τόσο πλούσια σε συγκινήσεις που όταν τη γνωρίσεις δεν θα μπορείς χωρίς αυτή.

Τη Μύκονο την ανακάλυψαν πρώτοι οι νέοι της αθηναϊκής αστικής τάξης στα τέλη της δεκαετίας του 1940, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.Τότε δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, μόνο μια γεννήτρια που λειτουργούσε κάθε βράδυ από τις 7 έως τις 9. Ηταν η εποχή της «αθωότητας» για την Μύκονο. Ηταν η περίοδος που ο νεαρός βουλευτής Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το 1947, έκανε το πολύωρο ταξίδι για να συναντήσει την μέλλουσα γυναίκα του Μαρίκα Γιαννούκου που παραθέριζε εκεί με την υπόλοιπη παρέα από το Κολωνάκι.

Την περίοδο εκείνη όμως, την αγνή, η Μύκονος δε μάζευε μόνο την αστική αθηναϊκή τάξη. Εκείνη την περίοδο μαγνήτιζε και τους ανθρώπους του πνεύματος από τον Καζαντζάκη, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη και τον Εγγονόπουλο μέχρι τον Καμύ και τον Ντάρελ. Βλέπεται η Μύκονος είναι ένας έντονα ενεργιακός τόπος, πως θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε με τη Δήλο απέναντι σε απόσταση αναπνοής, 2 ν.μ. ΝΔ για να είμαστε ακριβείς.

Οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 έφεραν στο νησί το διεθνές τζετ σετ – ηθοποιούς, πολιτικούς και μεγιστάνες που από τότε μέχρι και σήμερα αποτελούν τους πιο πιστούς επισκέπτες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μύκονος είναι πιο γνωστή κι από την Ελλάδα κάποιες φορές. Ορκίζομαι! Το έζησα στο Τόκιο όπου όλοι γνώριζαν τη Μύκονο αλλά πολλές φορές έπρεπε να εξηγήσω ποια είναι η Ελλάδα και πως η Μύκονος είναι νησί της Ελλάδας.

Τη δεκαετία του ’50 ολοένα και πιο πολλοί πλούσιοι και διάσημοι αρχίζουν να ανακαλύπτουν τη Μύκονο. Το 1954, το βασιλικό ζεύγος Παύλου και Φρειδερίκης διοργανώνει μία κρουαζιέρα για γαλαζοαίματους στα ελληνικά νησιά και σε αυτά περιλαμβάνεται και η Μύκονος που μαγεύει τους πάντες με την απλότητα της και οι ανταποκριτές στον τύπο της Ευρώπης εκθειάζουν αυτό το μικρό, κρυμμένο, σχεδόν πρωτόγονο, νησάκι του Αιγαίου.

Τη  δεκαετία του ’60 η Μύκονος παραμένει ανέγγιχτη από το μαζικό τουρισμό αλλά γίνεται σημείο αναφοράς για τους διεθνείς jet setters που μετατρέπουν το νησί σε επίγειο παράδεισο τους. Σε ολόκληρη τη Μύκονο τότε κυκλοφορούν εννέα ταξί και δύο λεωφορεία. Τα πλοία δεν πιάνουν ακόμη στο λιμάνι αλλά αρόδου κι οι επιβάτες φτάνουν στην ξηρά με τις λάντζες, τα μικρά καϊκια. Ανάμεστα στους πρώτους θαμώνες του νησιού είναι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, η Ελένη Βλάχου και η Μελίνα Μερκούρη αλλά και ξένοι ηθοποιοί διεθνούς φήμης όπως ο Μάρλον Μπράντο, η Γκρέις Κέλι, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και ο Ρίτσαρντ Μπάρτον που διαφημίζουν ακόμη περισσότερο τη Μύκονο ανά την υφήλιο ως κοσμοπολίτικο προορισμό. Ο Σταύρος Νιάρχος, ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Μαρία Κάλλας φωτίζουν κι αυτοί με την παρουσία τους το νησί ενώ κάνει την εμφάνιση της και η Τζάκι Κέννεντυ. Ο Ωνάσης, ιδιοκτήτης της Ολυμπιακής Αεροπορίας, χτίζει το πρώτο αεροδρόμιο στο νησί.

Οι Μυκονιάτες συνήθισαν από πολύ νωρίς τους διάσημους τουρίστες, έγιναν κομμάτι του τόπου τους και μαζί με αυτούς έμαθαν να είναι πιο ανοιχτόμυαλοι και πιο δεκτικοί στο διαφορετικό. Ετσι τη δεκαετία του ’70 η Μύκονος έγινε διεθνώς διάσημη για την ελευθεριότητα της νυχτερινής ζωής της. Αυτή θα είναι και η τελευταία δεκαετία της τουριστικής «αγνότητας» του νησιού.

Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, την περίοδο που ανθίζει μια νέα μεσοαστική τάξη και κάνει το «όνειρο της καλής ζωής» προσιτό στους πολλούς, το νησί πλημμυρίζει πλέον με κόσμο και η Μύκονος αρχίζει να παίρνει τη μορφή που βλέπουμε σήμερα.

Δεν είναι όλα άσχημα εκείνη την περίοδο. Τότε δημιουργείται ένα από τα πιο διάσημα κλαμπ, ορόσημο της Μυκόνου, το Cavo Paradiso με τα ξακουστά full moon parties του.

Οταν βρέθηκα ξανά στη Μύκονο πριν μερικές εβδομάδες είχα τη χαρά και την τιμή να γνωρίσω επιτέλους τον άνθρωπο που δημιούργησε αυτό το θρυλικό μέρος.
Περίμενα να δω έναν άντρα εκκεντρικό σαν τους djs που παρήλασαν όλα αυτά τα χρόνια από το Cavo Paradiso. Αντιθέτως ο κύριος που συνάντησα, ο Νίκος Δακτυλίδης, ήταν ένας σεμνός άντρας, γλυκομίλητος και φανερά έξυπνος. Δε δίνει συνεντεύξεις κι έτσι συμφωνήσαμε να κάνουμε μια φιλική κουβέντα κι όπου βγει. Η συζήτηση για το Cavo Paradiso σύντομα έγινε μια συζήτηση αγάπης, για τη σύζυγο του Μαργαρίτα – σύντροφο στη ζωή και τη δουλειά του από τα πρώτα βήματα του Cavo – και για το νησί του τη Μύκονο.
Συμφωνήσαμε να μοιραστώ αυτή την ιστορία γιατί είναι πραγματικά γλυκιά και μοναδική.

Ο Νίκος και η Μαργαρίτα γνωρίστηκαν το 1993 στο ξεκίνημα του Cavo Paradiso και μαζί με το επιχειρηματικό τους παιδί γεννήθηκε κι ένας μεγάλος έρωτας που, όπως και το κλαμπ, κρατάει 25 χρόνια και κάθε χρόνο γίνεται και πιο δυνατός.
Στην αρχή το Cavo δεν είχε καμία σχέση με το κλαμπ που ξέρουμε όλοι διεθνώς. Ξεκίνησε σαν ένα μπαρ στη μέση του πουθενά, όπως χαρακτηριστικά είπε ο κ Νίκος. Εκείνη την εποχή, το Super Paradise βούλιαζε από κόσμο και πολλοί από τους εκκεντρικούς λουώμενους περπατούσαν για ώρες μετά την παραλία ώστε να πάρουν το λεωφορείο για τη Χώρα. Βλέποντας τους ο κ.Νίκος σκέφτηκε πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι πολύ διψασμένοι μετά από τόσο περπάτημα κι έτσι άνοιξε ένα μπαράκι το οποίο ήταν δίπλα στη στάση, για αυτούς που περίμεναν το λεωφορείο. Οπως πολύ έξυπνα μάντεψε, όλος αυτός ο κόσμος διψούσε πολύ για ένα ποτό και το Cavo έγινε η όαση τους. Δε δούλευε όλη μέρα, 2-3 ώρες τη μέρα με πολύ κόσμο να το επισκέπτεται μετά την παραλία.

Το 1994 σκέφτεται να κάνει το πρώτο full moon party για να απολαύσουν την πανσέλληνο. Το πάρτυ δε διαφημίστηκε πουθενά, μόνο από στόμα σε στόμα, κι ο Νίκος με τη Μαργαρίτα περίμεναν το πολύ 50 άτομα στο πάρτυ τους. Τελικά τα άτομα που κατέφθασαν στο Cavo Paradiso εκείνο το βράδυ ήταν πάνω από 500! Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, η κάβα σύντομα άδειασε αλλά όλοι έφυγαν ενθουσιασμένοι από τη μουσική και το μαγευτικό ξημέρωμα όπως ανέτειλε ο ήλιος μέσα από τη θάλασσα, ακριβώς μπροστά στην τεράστια κυκλική βεράντα του μαγαζιού πάνω στο βράχο. Εχω δει πολλές τέτοιες ανατολές και ξέρω καλά πόσο μαγευτικό είναι το θέαμα. Πραγματικά δεν υπάρχει καλύτερη τοποθεσία στο νησί για αυτά τα πάρτυ.

Μετά την τεράστια επιτυχία του πρώτου full moon party, έρχεται η συνεργασία με τους Magna οι οποίοι έφεραν στο Cavo μερικούς από τους πιο γνωστούς djs διεθνώς. Ο Νίκος και η Μαργαρίτα όμως, ανήσυχα πνεύματα πάντα, ήθελαν να φέρουν περισσότερα διεθνή ονόματα κι έτσι, χωρίς να έχουν την παραμικρή  ιδέα από house μουσική τότε, αρχίζουν να ψάχνουν και να διαβάζουν μουσικά περιοδικά σε σημείο που έμαθαν τα πάντα και τους πάντες κι έτσι άρχισαν να καλούν μόνοι τους τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς σκηνής, ονόματα θρύλους για όποιον ασχολούνταν με το είδος ή λάτρευε τη house μουσική. Ετσι δημιουργήθηκε το Cavo Paradiso, ένας από τους «ναούς» της house μουσικής διεθνώς,  με κάποια από τα πιο θρυλικά πάρτυ που έχουν γίνει ποτέ.

Κι από τα διάσημα πάρτυ περνάμε στην άλλη όψη της Μυκόνου για την οποία είναι εξίσου γνωστό το νησί διεθνώς, σ’ αυτή με την κοσμική ζωή και τους διάσημους jet setters, αυθεντικούς και wannabe. Κάθε καλοκαίρι το νησί συγκεντρώνει στα σοκάκια και τις παραλίες του μερικά από τα πιο γνωστά ονομάτα του διεθνούς star system. Πολυεκατομμυριούχοι, μεγαλοεπιχειρηματίες, πολιτικοί, διάσημοι καλλιτέχνες, μεγάλοι αθλητές, εκκολαπτόμενες σταρλετίτσες και κάθε είδους παρατρεχάμενοι και παρατρεχάμενες που θέλουν να φανούν ή να αγγίξουν τη λάμψη ή να κάνουν την τύχη τους, όλοι μαζεύονται στη Μύκονο συνθέτοντας ένα συχνά ετερόκλητο αλλά πάντα λαμπερό καστ σε μια παράσταση που θαμπώνει τον απλό κόσμο και κάνει τους αρχισυντάκτες των κουτσομπολίστικων περιοδικών να τρίβουν τα χέρια τους.

 

Ποιος δεν ξέρει άλλωστε το Nammos. Πόσοι δεν έχουν κάνει περήφανοι check-in στα social media ότι είναι εκεί, στα αλήθεια ή στα ψέματα.
Εγώ την αμαρτία μου θα την πω. Μου πήρε δύο μέρες για να καταλάβω ότι το λευκό ταβερνάκι δίπλα στο Kensho όπου έμενα ήταν το θρυλικό Nammos. Ορκίζομαι!

Το Kensho μάλιστα, τι να πεις για αυτό το μέρος! Χτίστηκε φέτος στην πιο κοσμοπολίτικη παραλία της Μυκόνου, στην Ψαρού, κι είναι το μοναδικό ξενοδοχείο που είναι ακριβώς πάνω στη θάλασσα. Ενα βράδυ έμεινα εκεί, πως θα μπορούσα παραπάνω άλλωστε, αλλά ήθελα να τη ζήσω την εμπειρία.
Η σουίτα μου είχε δύο ορόφους. Στον πρώτο όροφο ήταν ένα τεράστιο πολυτελές κρεβάτι, ένα καθιστικό με μοναδικά design κομμάτια και gadgets, μέχρι και iPad είχε, κι ένα μπάνιο το οποίο θα μπορούσε άνετα να είναι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου από μόνο του.

Ο επάνω όροφος έβγαζε σε μια βεράντα που σε καθήλωνε με τη θέα της και το ιδιωτικό τζακούζι που είχε πάντα την τέλεια θερμοκρασία. Τα έπιπλα έξω στο ίδιο στυλ με του δωματίου, minimal, design και πανάκριβα, μέχρι και οι καρέκλες έξω ήταν από καφέ σκούρο δέρμα.


Σίγουρα σε ένα νησί που μαζεύει μερικούς από τους πιο πλούσιους και διάσημους ανθρώπους του πλανήτη, αν θέλεις να ξεχωρίσεις δεν μπορείς να κάνεις τσιγκουνιές και ημίμετρα πράγματα, μόνο τα καλύτερα. Κι αυτό το μέρος έχει φτιαχτεί για αυτούς τους ανθρώπους, την ελίτ της ελίτ, μέχρι και ο πάγκος στο μπαρ ήταν σχεδιασμένος μοναδικά για το Kensho από την Riva που φτιάχνει τα πανέμορφα και πανάκριβα ξύλινα γιωτ, δύο ήταν δεμένα στη μαρίνα μπροστά στο Kensho.
Αξιζε η εμπειρία, πραγματικά άξιζε γιατί δεν είχε τίποτα δήθεν. Μια αυθεντική πολυτέλεια σε περιβάλλει εκεί, η οποία, καθώς είναι απαλαγμένη από κακόγουστες φαμφάρες, σε χαλαρώνει και σε μαγεύει.

Μιλώντας με πολλούς επιχειρηματίες του νησιού καταλαβαίνω αυτό που μου είπε ο κ Κώστας Σκαγιάς, πρεσβευτής των νησιών του Νοτίου Αιγαίου στο Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο. Δεν είναι τυχαίο το ότι η Μύκονος επιβίωσε σχεδόν αλώβητη από την κρίση στην Ελλάδα. Το νησί δεν παραμένει έτσι απλά στις πρώτες θέσεις των τουριστικών επιλογών διεθνώς. Η τουριστική δύναμη της Μυκόνου είναι αποτέλεσμα της σκληρής και σωστής δουλειάς των Μυκονιατών, των επιχειρηματικών κινήσεων που ξεκίνησαν από τους παππούδες, περάσανε στους γιους και στις κόρες κι από εκεί στα εγγόνια. Οι Μυκονιάτες είναι από τους πιο επαγγελματίες Ελληνες στο θέμα του τουρισμού για αυτό και η Μύκονος μεσουρανεί και συνεχίζει ακάθεκτη από τη δεκαετία του ’40 μέχρι και σήμερα.

Απόδειξη της τουριστικής παιδείας των Μυκονιατών είναι η δημιουργία του νέου λιμανιού. Με τον τρόπο αυτό, το νησί διαθέτει δύο λιμάνια, το παλιό λιμάνι 200 μέτρα από τη Χώρα της Μυκόνου και το νέο λιμάνι στον Τούρλο λίγο πιο πέρα όπου δένουν και τα ιστιοπλοϊκά. Τα μικρά μηχανοκίνητα σκάφη δένουν στην σύγχρονη προέκταση του παλιού λιμανιού μαζί με τα καϊκια, τα super yachts δένουν στο παλιό λιμάνι και τα μεγάλα μηχανοκίνητα δένουν στο νέο λιμάνι.

Εχω ταξιδέψει σε πολλά νησιά κι έχω δει αμέτρητες μαρίνες και λιμάνια. Ο σχεδιασμός των λιμανιών της Μυκόνου είναι ίσως ο καλύτερος που έχω δει. Σχεδιασμένα προσεκτικά και πολύ αποτελεσματικά, το νησί καταφέρνει να υποδεχθεί τα εκατομμύρια τουριστών που το επισκέπτονται χωρίς να δημιουργείται συνωστισμός. Εντυπωσιακό κι ενδεικτικό της προσοχής και της δουλειάς που επενδύουν οι Μυκονιάτες στην τουριστική παρουσία της Μυκόνου με υψηλά διεθνή στάνταρ.

Περιπλανώμενη στη Χώρα έφτασα και στο ξενοδοχείο Semeli για να συναντήσω άλλον έναν επιχειρηματία του οποίου το όνομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το νησί, τον κ Ηρακλή Ζησιμόπουλο. Πολλά άρθρα και συνεντεύξεις έχουν γραφτεί για τον γνωστό καρδιολόγο και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, επιτυχημένες πάντα, στη νυχτερινή ζωή της Μυκόνου.
Δεν ήθελα η συζήτηση μας να είναι μια απ’τα ίδια κι έτσι μιλήσαμε για τον Ηρακλή σαν άνθρωπο. Εναν άνθρωπο νέο και γεμάτο ζωντάνια που καταφέρνει να συνδυάζει μια πολύ σοβαρή πορεία στο χώρο της ιατρικής και μάλιστα της καρδιολογίας, μία πετυχημένη και πολύπλευρη επιχειρηματική δραστηριότητα που περιλαμβάνει ξενοδοχεία, εστιατόρια και νυχτερινά μαγαζιά σε Μύκονο και Αθήνα και μια ευτυχισμένη οικογένεια με τρία παιδιά, large σε όλα όπως του είπα κάποια στιγμή γελώντας.

Το ξενοδοχείο Semeli ήταν το παλιό σπίτι των παππούδων που αργότερα μετατράπηκε από τους γονείς σε ένα από τα πιο όμορφα ξενοδοχεία της Χώρας.

Οι γονείς έχουν ακόμα την εποπτεία αλλά τα παιδιά συνεχίζουν την παράδοση με ζήλο. Ο γιος, η κόρη και ο γαμπρός, τρεις γιατροί και ξενοδόχοι που μοιράζουν τον χρόνο τους μεταξύ Αθήνας και Μυκόνου. Πως τα καταφέρνουν; Εκπαιδεύοντας σωστά το προσωπικό και διατηρώντας προσωπική επαφή.  «Θέλουμε οι επισκέπτες να νοιώθουν οικεία για αυτό και δεν αλλάζουμε το προσωπικό μας συχνά. Εκπαιδεύουμε το προσωπικό και κρατάμε όλοι τα ίδια υψηλά στάνταρ.» Αυτό μου είπαν τόσο ο κ Ηρακλής Ζησιμόπουλος όσο και ο γαμπρός του ο κ Βασίλης Ηλίας.

Πραγματικά το Semeli είναι μια όαση μέσα στη Χώρα της Μυκόνου, προστατεύοντας με ψηλούς λευκούς τοίχους την ιδιωτικότητα των θαμώνων που μπορούν να πίνουν τα κοκτέιλ ή τη σαμπάνια τους ήσυχα δίπλα στην πισίνα.

Το βράδυ, καθώς κάνει ακόμα λίγη ψύχρα, άναψε κι ένα τεράστιο τζάκι δίπλα στην πισίνα. Μόνο στη Μύκονο αυτά! Κι εγώ αφέθηκα στο αδύνατο σημείο μου, κι ας είναι μείον μου, στο καλό φαγητό. Ντολμαδάκια από γαρίδες, αχινό, κρόκο Κοζάνης και dry Martini, το καλύτερο μου!

Πριν φύγω από το νησί συνάντησα και δύο νέα παιδιά, τον Νίκο Σειρηνάκη και τον συνεργάτη του Χρήστο, ιδιοκτήτες του JMK travel το οποίο προσφέρει tailor-made, upper class ταξιδιωτικές εμπειρίες, από πολυτελείς βίλες μέχρι μετακινήσεις με σοφέρ και concierge services. Εκείνοι μοιράστηκαν μαζί μου κάποιες από τις εμπειρίες τους με τους διάφορους πάμπλουτους και διάσημους που επισκέπτονται κάθε χρόνο πιστά την Μύκονο, χωρίς αναφορά σε ονόματα φυσικά χάριν επαγγελματικής εχεμύθειας, αλλά και το μυστικό που τους έκανε τόσο πετυχημένους και δεν είναι άλλο από το άριστο σέρβις, «πρέπει να κάνεις πάντα το κάτι παραπάνω» μου είπαν χαρακτηριστικά «και το πιο βασικό, να κερδίσεις και να αξίζεις την εμπιστοσύνη τους με επαγγελματισμό και απόλυτη διακριτικότητα», αυτό συνοψίζει πιστεύω τον κόσμο που πρωταγωνιστεί τις τελευταίες δεκαετίες στο πανέμορφο νησί.  

Σε κάθε τόπο που πάω ψάχνω να βρω αυτό που κάνει το μέρος μοναδικό. Στη Μύκονο αυτό που κάνει το νησί μοναδικό είναι οι ίδιοι οι Μυκονιάτες και η τουριστική υποδομή του νησιού. Οταν από τη δεκαετία του ’40 έχεις έρθει σε επαφή με τον τουρισμό κι έχεις συνηθίσει να υποδέχεσαι τους πιο διάσημους ανθρώπους του πλανήτη, ο τουρισμός γίνεται για σένα δεύτερη φύση. Για τους Μυκονιάτες ο τουρισμός δεν είναι τυχαία υπόθεση, είναι σοβαρή επαγγελματική δραστηριότητα με πολύ αφοσίωση για αυτό και τους αξίζει η υψηλή θέση που έχει το νησί στις τουριστικές προτιμήσεις παγκοσμίως.

Ναι η Μύκονος έχει υπέροχες παραλίες, όπως και πολλά άλλα νησιά. Ναι η Μύκονος έχει γραφικά σοκάκια, όπως και πολλά άλλα νησιά. Ναι η Μύκονος έχει νυχτερινή ζωή, όπως και πολλά άλλα νησιά. Ναι η Μύκονος έχει καλά ξενοδοχεία, όπως και πολλά άλλα νησιά. Τι κάνει λοιπόν τη Μύκονο μοναδική και προσελκύει σα μαγνήτης τους πλούσιους και διάσημους όλου του πλανήτη; Η υποδομή της και η στρατιά των ανθρώπων που έχουν μάθει να ικανοποιούν και τις πιο υψηλές απαιτήσεις, σκέφτομαι.

Κι αφήνομαι κι εγώ στην ομορφιά του νησιού, όχι ως τουρίστρια πια αλλά ως επισκέπτρια, σαν αυτές τις φίλες που έρχονται επίσκεψη και τους λες τα πάντα. Κι η Μύκονος έχει τόσα να σου πει αν έχεις διάθεση να την ακούσεις!