
Cornell University's Chi Phi fraternity house in September 2026
Ένα εκρηκτικό κύμα οργής και δημόσιας κατακραυγής συγκλονίζει την ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου Κορνέλ (Cornell) και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς στο φως της δημοσιότητας έρχονται οι ανατριχιαστικές πτυχές καταγγελίας για ομαδικό βιασμό μιας 20χρονης φοιτήτριας από μέλη αδελφότητας.
Newsroom
Η υπόθεση, η οποία χρονολογείται από το φθινόπωρο του 2024, έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις μετά την κατάθεση αγωγής 101 σελίδων από το θύμα (αναφέρεται ως Τζέιν Ντόε), με την οποία κατηγορεί τη διοίκηση του πανεπιστημίου για συγκάλυψη, παντελή έλλειψη προστασίας και εξοργιστικά ανεπαρκείς πειθαρχικές ποινές — μεταξύ των οποίων η υποχρέωση των δραστών να γράψουν εκθέσεις για να μετριάσουν την ποινή τους.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγγελικές αρχές της Νέας Υόρκης αποφάσισαν την επανεξέταση της υπόθεσης ενώπιον σώματος ενόρκων, ενώ στο διαδίκτυο ξέσπασε ανελέητο κυνήγι κατά των εμπλεκόμενων, με τη δημοσιοποίηση ονοματεπωνύμων και φωτογραφιών σε ειδική ιστοσελίδα διασυρμού.
Σύμφωνα με τα δικόγραφα της αγωγής, το περιστατικό σημειώθηκε τη νύχτα της 19ης προς 20ή Οκτωβρίου 2024 στο οίκημα της αδελφότητας Chi Phi (ΧΦ). Η νεαρή φοιτήτρια μετέβη εκεί προκειμένου να συναντήσει έναν φίλο της, έχοντας ήδη καταναλώσει αλκοόλ. Εκεί φέρεται να έκανε επιπλέον χρήση κεταμίνης και κάνναβης, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας αντίδρασης και ανικανότητας παροχής έγκυρης συγκατάθεσης.
Όπως καταγγέλλει, για τέσσερις εφιαλτικές ώρες —μέχρι τις 05:45 τα ξημερώματα— επτά άνδρες την κακοποιούσαν σεξουαλικά και σωματικά. Το θύμα βρισκόταν παγιδευμένο και σε κατάσταση σοκ, αδυνατώντας ακόμη και να καλέσει σε βοήθεια, καθώς η συσκευή του τηλεφώνου της βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τους κατηγορούμενους είναι τα μηνύματα από ομαδική συνομιλία της αδελφότητας στην πλατφόρμα Snapchat («Chi Phi Actives»), τα οποία παραδόθηκαν στις αρχές. Στις συνομιλίες, μέλη της αδελφότητας χρησιμοποιούν ακραία χυδαίο και υποτιμητικό λόγο, κάνοντας λόγο για «free p–sy» στον επάνω όροφο. Λίγο πριν τις 02:00 τα ξημερώματα, ένα μέλος ρώτησε χαρακτηριστικά: «Shop still open?» («Το μαγαζί είναι ακόμα ανοιχτό;»), λαμβάνοντας καταφατική απάντηση από άλλο άτομο της ομάδας.
Η σπίθα που άναψε τη φωτιά των γενικευμένων αντιδράσεων ήταν η αποκάλυψη των πειθαρχικών μέτρων που έλαβε η εσωτερική επιτροπή του πανεπιστημίου. Σύμφωνα με την αγωγή, σε εμπλεκόμενους φοιτητές δόθηκε η δυνατότητα «να μετριάσουν τις κυρώσεις τους υποβάλλοντας εκθέσεις (reflective essays)».
Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της πανεπιστημιακής εφημερίδας The Cornell Daily Sun, η οποία σε ένα ιστορικό κεντρικό άρθρο με τίτλο «Το Κορνέλ δεν θα το κάνει, εμείς θα το κάνουμε» δημοσίευσε τα ονοματεπώνυμα των επτά εμπλεκομένων φοιτητών.
Από την πλευρά της, η διοίκηση του πανεπιστημίου απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ατιμωρησίας, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση εξετάστηκε εξονυχιστικά από ειδική επιτροπή διδακτικού και διοικητικού προσωπικού στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού νόμου Title IX. Το πανεπιστήμιο διευκρίνισε ότι επιβλήθηκαν προσωρινές αποβολές και αποκλεισμοί φοιτητών, σημειώνοντας πως «σε κανέναν δεν επεβλήθη η σύνταξη έκθεσης ως μοναδική ποινή». Παράλληλα, το ίδρυμα ανέστειλε οριστικά τη λειτουργία του συγκεκριμένου παραρτήματος της αδελφότητας Chi Phi.
Η ιστοσελίδα «TheCornell7.org» και η δημόσια καταγγελία
Στην υπόθεση παρενέβη δυναμικά και ο γνωστός πρώην σεναριογράφος της σειράς South Park, Τόμπι Μόρτον, ο οποίος δημιούργησε τον ιστότοπο TheCornell7.org, αναρτώντας τα ονόματα, τις φωτογραφίες και τα στοιχεία των επτά κατηγορούμενων: Matthew Ingalls, Johnathan Newell, Winston Lee, Gillio Lopes, Diego Sarabia, Scott Norris και Scott Kretzschmar.
«Όχι μόνο κατέχω παραλλαγές των domain names με τα ονόματά σας, αλλά τώρα έχω και φωτογραφίες. Σιγά-σιγά ανακαλύπτω πού εργάζεστε», προειδοποίησε δημόσια ο Μόρτον, δεσμευόμενος να εκθέσει και όσα μέλη της διοίκησης του Κορνέλ προσπάθησαν να προστατεύσουν τους δράστες: «Δεν είμαι δημοσιογράφος. Αυτό με κάνει πιο επικίνδυνο. Δεν έχω κανόνες, δεν έχω περιορισμούς, κανείς δεν μπορεί να μου πει ότι το παράκανα».
Παράλληλα με την αστική αγωγή, δραματικές εξελίξεις καταγράφονται και στο ποινικό σκέλος. Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν, ανακοίνωσε ότι η ποινική έρευνα επαναλαμβάνεται και η υπόθεση θα τεθεί ενώπιον μεγάλου δικαστικού σώματος (Grand Jury).
Ο εισαγγελέας εξήγησε ότι το 2024 δεν είχαν ασκηθεί διώξεις επειδή τα αρχικά αποδεικτικά στοιχεία δεν πληρούσαν τις νομικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τον κ. Βαν Χάουτεν, η αρχική ένορκη κατάθεση της φοιτήτριας τον Νοέμβριο του 2024 δεν περιείχε αναφορές για εξαναγκαστική λήψη ουσιών ή ομαδικό βιασμό, αλλά έκανε λόγο για εθελοντική εμπλοκή.
Εντούτοις, νεότερα στοιχεία και αντίγραφα από τις καταθέσεις της στην πανεπιστημιακή αστυνομία, που δημοσιοποίησε το CBS News, δείχνουν την τραγική εξέλιξη της νύχτας: ενώ η φοιτήτρια δήλωσε ότι αρχικά δεν είχε πρόβλημα με μια συναινετική επαφή, όσο περνούσαν οι ώρες και τα πράγματα εκτροχιάζονταν, η ίδια ξεκαθάρισε στις αρχές: «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι βιάστηκα».
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, αποτελώντας σημείο καμπής για το πώς τα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ διαχειρίζονται τα φαινόμενα έμφυλης βίας και την κουλτούρα ασυλίας στους κόλπους των φοιτητικών αδελφοτήτων.






